Τον τίτλο «Long Play» τον διάλεξε ο ίδιος ο Διονύσης Σαββόπουλος γιατί «ήθελε να χωράνε τα τραγούδια, οι ιστορίες, οι εξομολογήσεις. Ο μακρύς χρόνος της αληθινής ζωής». Ο Παύλος Τσίμας είναι αφηγητής και γεφυροποιός στη σειρά των έξι ντοκιμαντέρ, που προβλήθηκαν πρόσφατα από τον ΣΚΑΪ. Με την παρουσία του Σαββόπουλου, είτε φυσική είτε πολλαπλασιασμένη στα δεκάδες σπουδαία σκίτσα του Αλέξη Κυριτσόπουλου (σε μορφή animation, από δύο νέους, ταλαντούχους δημιουργούς, την Ειρήνη Βιανέλλη και τον Νίκο Κέλλη), συντίθεται το τοπίο ενός ανθρώπου και μιας χώρας για πάνω από έξι δεκαετίες. Σκηνοθέτης –αξιέπαινη η δουλειά του– ο Ανδρέας Λουκάκος.
Εμπνευσμένο το αποτέλεσμα, πολύτιμη προσφορά στην πολιτιστική μνήμη μιας χώρας, που έχει πάψει να τροφοδοτείται τηλεοπτικά από σειρές τέτοιου πλούτου ψυχικού, κριτικού και αυτοκριτικού, πραγματικής ιστορίας και ιστορικής παραμυθίας. Τα σκίτσα είναι «σπουδαία» όχι μόνο γιατί φέρουν την εικαστική σφραγίδα του Αλ. Κυριτσόπουλου, αλλά και γιατί η συνομιλία τους με τον δημιουργό Σαββόπουλο παράγει κόσμους, παράγει ήχους, χρώματα, αισθήματα, σκέψεις. Δεν λειτουργούν συμπληρωματικά, αλλά καθοριστικά.
Είναι η τελευταία ζωντανή σύνδεση με τον μεγάλο τραγουδοποιό και μουσικό. Βλέποντας τη σειρά, αντιλαμβάνεσαι από τον τρόπο που διηγείται, τις γονεϊκές νουθεσίες του προς όλους εμάς, τους θεατές του, σαν να είμαστε παιδιά του, ότι γνώριζε πως το τέλος του πλησιάζει. Συνέτασσε δημοσίως τη διαθήκη του. Δεν πρόλαβε να τη δει ολοκληρωμένη, αλλά πρόλαβε να μας αποχαιρετήσει. Στο έκτο ντοκιμαντέρ, μας φιλοδωρεί με ένα όνειρο/όραμα/παιχνίδι με τον θάνατο: «Την περασμένη άνοιξη, πριν από το Πάσχα, ήμουν στη Θεσσαλονίκη, που είναι και η ιδιαίτερη πατρίδα μου, για να δω φίλους και αντί να επιστρέψω στην Αθήνα με το αεροπλάνο, είπα να κάνω ωτοστόπ όπως πριν από 60 τόσα χρόνια». Ψιλόβροχο, όπως και τότε. Σταματάει ο ίδιος φορτηγατζής, ο Τζώρτζης, τώρα με τριαξονικό, τον οδηγεί σε ένα χωριό προς τον Oλυμπο, στο πουθενά, ωραιότατο, παραμυθένιο, της φαντασίας. Που οι κάτοικοί του δεν μιλάνε, δεν απαντούν. Oλο τον χρόνο κοιμούνται στα κρεβατάκια τους και ξυπνάνε μόνο στις γιορτές. Μετά ξαναπέφτουν σε νάρκη και αποκοιμιούνται. Το μέρος είναι μαγεμένο… Ο Σαββόπουλος μάς γνέφει: «Μαζί σας θα είμαι και φέτος. Δεν χανόμαστε εμείς. Ασε που και να χαθούμε θα ανταμώσουμε εκεί πάνω, να κοιμόμαστε και να κοιμόμαστε και ένα εγερτήριο να έχουμε μονάχα: το σάλπισμα της γιορτής».
Πολύτιμη η προσφορά του «Long Play» στην πολιτιστική μνήμη μιας χώρας, που έχει πάψει να τροφοδοτείται τηλεοπτικά από σειρές τέτοιου πλούτου, ψυχικού, κριτικού και αυτοκριτικού, πραγματικής ιστορίας και ιστορικής παραμυθίας.
Αν υπήρχε μηχανή του χρόνου, εκείνος θα ήθελε να πάει στο μέλλον. «Σε 100, σε 200 χρόνια. Να μπορέσει κανείς να δει πώς είναι οι άνθρωποι, πώς θα μιλάνε, πώς θα είναι ο κόσμος, τι μουσική θα ακούνε, τα εγγόνια μου θα έχουν κάνει κι άλλα εγγόνια, το οικογενειακό όνομα θα συνεχίζεται, αυτά θα ήθελα να βλέπω».
Και «βλέπουμε» κι εμείς μαζί του. Ο καθένας τα δικά του, πότε κοινά, πότε αλλιώτικα, πότε αλλόκοτα. Μας οδηγεί ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μαέστρος μιας μπάντας που προελαύνει, κι εμείς, δεκάδες χιλιάδες, ακολουθούμε, συντονισμένοι σε ένα ρυθμό εσωτερικό. Ο καθένας και το τραγούδι του, αυτό που επιλέγει να σιγομουρμουρίσει, όλα από το ίδιο Long Play, που ακόμη κι αν δεν γνωρίζει, το νιώθει οικείο.
«Ο χρονοποιός» ήταν ο τελευταίος δίσκος του, αρχές του 21ου αιώνα. Προς τιμήν του μικρού παιδιού που μέχρι τα εννέα του κοιμόταν στο υπνοδωμάτιο των γονιών του σε ένα μπλε κρεβατάκι, «σκαρώνοντας τραγουδάκια από τότε». Προς τιμήν εκείνου του παιδιού «που παραμέρισε τους δαίμονές του και νίκησε τον χρόνο φτιάχνοντας έναν άλλο δικό του».

