Ο όρος Ρωμιοσύνη είναι δημοτικός, δηλαδή παρακατιανός – ταυτίζεται με το ελληνόφωνο ορθόδοξο τμήμα της πάλαι ποτέ Ρωμανίας. Είναι ενδώνυμο εθνωνύμιο που αναφέρεται σε μια κληρονομιά την οποία αποστρέφεται το ελλαδικό κράτος και αδυνατεί εισέτι να την εντάξει στη γενεαλογία του.
Ο Φώτης Κόντογλου τύπωσε τη δική του «Ρωμιοσύνη» το 1963 προσθέτοντάς της τον προσδιορισμό «πονεμένη». Και γιατί «πονεμένη»; Γιατί έχει περάσει διά πυρός και σιδήρου κι έχει καθαρθεί «όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι». Υπομνηματίζω: η δεκαετία του ’60 είναι η περίοδος που η χώρα εξάγει φτωχούς και εισάγει νεωτερισμούς. Που φτύνει το γάλα της μάνας της και μπουκώνει εβαπορέ. Μάντης κακών ο Κόντογλου σ’ αυτή τη συντυχία, θυμίζει πως δέντρο χωρίς ρίζες το παίρνει ο άνεμος. Δεν είναι μόνο ότι «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», είναι που καταπλακώνεται από τα μπλαστρώματα των κλινέξ, στρωματέξ, καρπέξ, αφρολέξ, πλυντηρέξ, συρτέξ κ.λπ. για να καταντήσει στο τέλος Ελλαδέξ.
Ο Κόντογλου σ’ αυτό το αλμπάνικο γιατροπόρεμα ήταν βραχνός προφήτης. Σήμερα τον γνωρίζουμε κυρίως σαν τον ζωγράφο που επανέφερε τη λεγόμενη «βυζαντινή» τεχνοτροπία εντός κι εκτός των εκκλησιών. Κοντά στο εικονογραφικό έργο του ωστόσο υπάρχει και το συγγραφικό που, εν πολλοίς, μένει αθησαύριστο. Το δεύτερο δεν λειτουργεί επικουρικά αλλά παραπληρωματικά.
Η ελληνομάθειά του δεν καταδέχεται τις ελληνικούρες. Η λαγαρή γλώσσα του ακουμπάει σε βάθος αιώνων έχοντας μια αμφίστομη προφορικότητα που δεν ξεπέφτει σε μανιέρα. Οι δηθενιές είναι για άλλους και αλλού. Εδώ τα σύκα είναι σύκα και η σκάφη, σκάφη.
Και το ότι δεν πόνταρε όλα του τα χαρτιά στη συγγραφή τον απελευθέρωσε, τρόπον τινά, από ματαιοπονίες και συρμούς. Γι’ αυτό μόνο χλιαρός δεν υπήρξε. Συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και από το 1948 ώς τον θάνατό του έγραφε επιφυλλίδα στην «Ελευθερία» – η ΕΣΗΕΑ παρά ταύτα του απέρριψε την αίτηση μέλους! Η δημοσιογραφία του όσο πάθος κι αν είχε, μέτραγε τις κουβέντες της. Ο πληθωρικός Κόντογλου έγραφε ακολουθώντας μια πνευματική αποστολή κι όχι μια επαγγελματική υποχρέωση. Και έγραφε χωρίς εκπτώσεις σοδιάζοντας το περισσότερο εχθρούς παρά φίλους. Η αναμέτρηση με την επικαιρότητα θέλει τσαγανό. Κι αυτός το είχε σε περίσσευμα. Αλλωστε δεν λογοδοτούσε στο δύστροπο σινάφι των συγγραφέων – δεν απευθυνόταν καν σε αυτό. Απευθυνόταν σε κανονικούς ανθρώπους – απευθυνόταν, δηλαδή, στον Δήμο και όχι στους σοφιστές. Οι «σοφιστές» είναι τσιγκούνηδες και δεν χρωστούν καλή κουβέντα. Ασε που έχουν και δυσανεξία στο λιβάνι. Ποιος να συγκινηθεί από τα «κονισαλέα συναξάρια» του;
Ο Φώτης Κόντογλου, ένας από τους τελευταίους Ρωμιούς, δηλαδή ένας από τους τελευταίους οικουμενικούς Ελληνες, θυμίζει πως δέντρο χωρίς ρίζες το παίρνει ο άνεμος.
Η δυσκολία κατάταξης του Κόντογλου δεν είναι σημερινή. Και οι συγκαιρινοί του δεν ήξεραν τι να τον κάνουν. Στη σπουδαία γενιά του ’30 δεν χωράει. Αυτή μας έβαζε μουσαφιραίους στην Ευρώπη κι ο μαστρο-Φώτης μας ήθελε νοικοκυραίους στη μονιά μας. Αν έμενε στα «εξωτίκ» και στα «κουλέρ λοκάλ», μάλιστα, άλλη θα ήταν η τύχη του. Αλλά ήταν στενοκέφαλος κι εργαζόταν όχι προς δόξα του εαυτού του αλλά Αλλου. Να το πούμε με λόγια δικά του: «καπνός είναι η κοσμική δόξα και σκορπά, ενώ της ευσέβειας τα νοήματα θρέφουνε με θροφή καθαρή, όχι μονάχα εκείνους που τ’ ακούνε, αλλά και κείνον που τα γράφει, μη έχοντας ανάγκη από τα παινέματα τα μάταια των ανθρώπων». Ψωμί δεν είχε να λημερίσει ο ξενηστικωμένος, ήθελε κι ελεημοσύνες! Κάρφος στους οφθαλμούς μας οι αλάδωτες ημέρες του. Αυτές όμως του υπέβαλαν η τέχνη του να μην καταλήξει καπρίτσιο ή άνοστες γλυκεράδες, αλλά στάση ζωής που γίνεται προσευχή. Τι είναι ετούτη, θα με ρωτήσετε; Εχετε δίκιο! Ας μείνουμε στις επιφάνειες. Ενας που σπατάλησε το ταλέντο του ήταν, αντί να αγοράζει οικοσκευές με δόσεις όπως οι υπόλοιποι.
Και τα βιβλία του, όσες καλές κουβέντες κι αν πούμε (εκ των υστέρων), δυσεύρετα μένουν στην αγορά, παρά τη σταθερή εμπορική τους ζήτηση. Καλύτερα λοιπόν που έμεινε στην μπάντα. Γλίτωσε τις απρέπειες και τις αγνωμοσύνες μας. Αλλωστε τι να πούμε εμείς οι ευρωεπαρχιώτες για τον Φώτη Κόντογλου; Το ανάστημά του υπερβαίνει κατά πολύ το δικό μας μπόι. Είναι ένας από τους τελευταίους Ρωμιούς, δηλαδή ένας από τους τελευταίους οικουμενικούς Ελληνες.
Αλλά, τι να τους κάνεις τους μάστορες όταν σου περισσεύουν οι εργολάβοι;
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

