Η σχεδόν καθολική αναγνώριση του έργου του Κώστα Σημίτη, τα τελευταία χρόνια, έχει επισκιάσει τις δυσκολίες που σημάδεψαν την εκλογή του ως πρωθυπουργού, πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια (18.1.1996). Αξίζει παρά ταύτα να τις θυμηθούμε, γιατί από αυτές μπορεί να αντλήσουμε κάποια συμπεράσματα για το σήμερα.
Πρώτα πρώτα οι αριθμοί: τον Σημίτη εξέλεξε η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ με ψήφους 86 έναντι 75 του Aκη Τσοχατζόπουλου. Στον πρώτο γύρο είχαν συγκεντρώσει και οι δύο 53 ψήφους, με τον Γεράσιμο Αρσένη να έρχεται τρίτος με 50 ψήφους, ενώ 11 ψήφους είχε πάρει και o Γιάννης Χαραλαμπόπουλος. Στο 4ο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ εξάλλου, που συνήλθε τον Ιούνιο του 1996, ο Σημίτης εξελέγη και πρόεδρος του κινήματος με το 53% των ψήφων έναντι του Τσοχατζόπουλου, που συγκέντρωσε το 46%.
Με την εισαγωγή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ωνάσειο, στα τέλη Νοεμβρίου 1995, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε πλέον να ασκήσει τα καθήκοντά του. Ποιος θα τον αναπλήρωνε ως πρωθυπουργό και για πόσο χρόνο; Ελλείψει αντιπροέδρου, ο νόμος προέβλεπε (και προβλέπει) ότι, αν ο κωλυόμενος πρωθυπουργός δεν είχε υποδείξει άλλον, θα τον αναπλήρωνε ο πρώτος τη τάξει υπουργός.
Αυτός ήταν τότε ο Aκης Τσοχατζόπουλος. Eχοντας διατελέσει γραμματέας του ΠΑΣΟΚ από το 1990 έως το 1994, ήλεγχε προφανώς και τον κομματικό μηχανισμό. Αποκτούσε έτσι ένα σπουδαίο συγκριτικό πλεονέκτημα.
Το δεύτερο ζήτημα που τέθηκε ήταν ακόμη σπουδαιότερο: το Σύνταγμα, όπως ίσχυε τότε, προέβλεπε ότι αν ο πρωθυπουργός «παραιτηθεί ή εκλείψει», τον διάδοχό του επιλέγει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του. Παρά ταύτα η πλευρά Τσοχατζόπουλου έδωσε τον «υπέρ πάντων» αγώνα για να συγκληθεί εσπευσμένα έκτακτο συνέδριο του κόμματος προκειμένου να εκλέξει νέο αρχηγό. Γιατί, όπως υποστήριζε τότε ο Χρήστος Παπουτσής, φανατικός πολέμιος του Σημίτη, «ο τρόπος λειτουργίας των κομμάτων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής τους είναι θέμα πολιτικό, όχι συνταγματικό» (16.12.1995).
Το τρίτο ζήτημα ήταν το νόημα του ρήματος «εκλείψει», που χρησιμοποιούσε το Σύνταγμα. Κατά γραμματική ερμηνεία, το «εκλείπω» σημαίνει «αποθνήσκω». Oμως ο Ανδρέας Παπανδρέου, αν και χαροπάλευε, δεν είχε εκλείψει. Υποδείξαμε τότε αρκετοί συνάδελφοι το αυτονόητο: ότι δηλαδή η καλύτερη λύση θα ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου να παραιτηθεί. Δεχθήκαμε τότε ομοβροντία πυρών ότι επιδεικνύαμε τάχα «ασέβεια» προς τον πάσχοντα ηγέτη. Τελικά, παρότι απέφυγε να χρησιμοποιήσει τη λέξη, ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην από 15.1.1996 επιστολή του προς την κοινοβουλευτική ομάδα και την κεντρική επιτροπή του ΠΑΣΟΚ, τους κάλεσε να προχωρήσουν στην ανάδειξη του πρωθυπουργού και στη σύγκληση συνεδρίου αντίστοιχα.
Από εκεί και πέρα, το μπαλάκι πέρασε στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Oλοι συμφωνούσαν ότι ο Σημίτης προηγούνταν σε επιρροή. Oμως, επί συνόλου 168 βουλευτών, τον υποστήριζαν το πολύ 60. Οι άλλοι δύο κύριοι υποψήφιοι –Αρσένης και Τσοχατζόπουλος– υπολόγιζαν τη δύναμή τους γύρω στους 50. Ηταν λοιπόν ευθύς εξαρχής φανερό ότι θα έπρεπε να διεξαχθεί δεύτερος γύρος μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων. Αν, όπως αναμενόταν, στον πρώτο γύρο ο Σημίτης ερχόταν πρώτος, το ερώτημα ήταν ποιος θα ήταν ο αντίπαλός του στον δεύτερο. Αν ήταν ο Αρσένης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα κέρδιζε, αφού, όπως αναμενόταν, οι τσοχατζοπουλικοί θα τον ψήφιζαν μαζικά για να μην εκλεγεί ο Σημίτης. Τουναντίον, αν ο Τσοχατζόπουλος ερχόταν δεύτερος, οι πιθανότητες του Σημίτη αυξάνονταν σημαντικά, αφού όλα έδειχναν ότι θα τον ψήφιζαν, αν όχι η πλειοψηφία, αρκετοί από τους υποστηρικτές του Αρσένη. Σε αυτό το σημείο καθοριστική ήταν η παρέμβαση του Κώστα Λαλιώτη: όπως γράφηκε και ο ίδιος δεν διέψευσε ποτέ, προκειμένου να εκλεγεί ο Σημίτης, αυτός και τέσσερις ακόμη βουλευτές που επηρέαζε ψήφισαν Τσοχατζόπουλο στον πρώτο γύρο και Σημίτη στον δεύτερο. Ηταν μια διαβολικής έμπνευσης κίνηση ματ.
Ενώ ήταν προφανές ότι ο ελληνικός λαός, μετά μια δεκαετία αλλεπάλληλων αναταράξεων, ήθελε τον σοβαρό και μετριοπαθή Κώστα Σημίτη στο πηδάλιο της χώρας, το ΠΑΣΟΚ τον στήριξε με βαριά καρδιά.
Το ερώτημα πλέον ήταν ποιον θα εξέλεγε ως πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ το συνέδριό του, που συνήλθε τον Ιούνιο του 1996, λίγα εικοσιτετράωρα μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Σε μια συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα, ο Τσοχατζόπουλος κατάφερε να μετατρέψει τη μάχη σε ιδεολογική: δεν συγκρούονταν απλώς δύο πρόσωπα, αλλά το «γνήσιο» «ανδρεϊκό» ΠΑΣΟΚ των ρήξεων, με τη φιλευρωπαϊκή –βλέπε «ρεφορμιστική»– εκδοχή του. Συγκρούονταν, όπως ειπώθηκε, «δύο κόσμοι». Ποιος θα νικούσε;
Θέτοντας το δίλημμα «ή με εκλέγετε πρόεδρο ή παραιτούμαι από πρωθυπουργός», ο Σημίτης βρέθηκε αντιμέτωπος όχι μόνο με τους φίλους του Τσοχατζόπουλου, αλλά και με όσους υποστήριζαν το λεγόμενο «διπρόσωπο», τη λύση δηλαδή του να είναι άλλος ο πρωθυπουργός και άλλος ο πρόεδρος του κινήματος. Στους τελευταίους συγκαταλεγόταν και ο Λαλιώτης. Καθώς αρκετά στελέχη του φιλευρωπαϊκού μπλοκ, από καθαρό οπορτουνισμό, απέφυγαν συστηματικά να πάρουν θέση, η μάχη παρέμεινε ανοιχτή ώς την τελευταία στιγμή. Τελικά, διαψεύδοντας τα προγνωστικά, ο Σημίτης κέρδισε σχετικά άνετα. Ηταν μια νίκη της κοινωνίας εις βάρος του κόμματος.
Το αβίαστο συμπέρασμα που συνάγεται από τη συνοπτική αυτή αναδρομή επιβεβαιώθηκε τα χρόνια που ακολούθησαν: ενώ ήταν προφανές ότι ο ελληνικός λαός, μετά μια δεκαετία αλλεπάλληλων αναταράξεων, ήθελε τον σοβαρό και μετριοπαθή Σημίτη στο πηδάλιο της χώρας, το ΠΑΣΟΚ τον στήριξε με βαριά καρδιά. Να ήταν η «αριστερή συνείδηση» που του είχε κληρονομήσει το «ηρωικό» παρελθόν του ΠΑΚ και η συνθηματολογία των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων; Ή μήπως η άρνηση του Σημίτη να ενδώσει στον λαϊκισμό;
Το βέβαιο είναι ότι η «παρέα του ’96», όπως την αποκάλεσαν αργότερα, καραδοκούσε και, μετά την εκλογή του Γιώργου Παπανδρέου, θέλησε να πάρει την εκδίκησή της. Αντί να προβάλει τα επιτεύγματα της διακυβέρνησης Σημίτη, τα υποβάθμισε. Να ήταν άραγε τυχαίο ότι από την ίδια παρέα προέρχονταν και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που προσχώρησαν αργότερα στον ΣΥΡΙΖΑ;
Δίχως άλλο, η χρεοκοπία, το 2010 και τα μνημόνια άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα. Παρότι όμως το ΠΑΣΟΚ σήκωσε τελικά το κύριο βάρος για την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε., νομίζω ότι δεν κατάφερε ούτε τότε να ξεπεράσει το προπατορικό αμάρτημά του: τον αντισυστημικό αριστερισμό, περισσότερο στα λόγια παρά στην πράξη, που εξακολουθεί να το εμποδίζει να αναδειχθεί σε αξιόπιστο αντίπαλο πόλο της Κεντροδεξιάς.
*Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

