Οι ερμητικά κλεισμένοι στην κοινωνική τους φούσκα ίσως να μην αντιλαμβάνονται την περιρρέουσα κατήφεια. Oσοι ερμηνεύουν τις κοινωνικές τάσεις με βάση την πληρότητα των καφετεριών και των νυχτερινών κέντρων, ίσως μπερδεύουν τη διασκέδαση με την ευημερία. Oποιος κάνει τον κόπο, όμως, να δει λίγο πιο πέρα από τα επιφανειακά φαινόμενα θα διαπιστώσει ότι η εποχή θυμίζει αρκετά εκείνη των Αγανακτισμένων, με τη διαφορά πως δεν φέρει (ακόμα) τα υστερικά χαρακτηριστικά της. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά είναι εδώ: οργή, δυσπιστία, εχθροπάθεια, μηδενισμός, αντιπολιτικό πνεύμα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες βρίσκουν απωθητικές την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση· αυτό είναι λογικό αν ληφθεί υπόψη το αποκαρδιωτικό πολιτικό προϊόν και των δύο. Προβληματική είναι η ετοιμότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας να εμπιστευτεί και πάλι κινήματα από το φάσμα του πειραματικού παραλόγου: η νοοτροπία «γιατί, οι άλλοι καλύτεροι είναι;» έχει αρχίσει να παρεισφρέει εκ νέου στη mainstream πολιτική σκέψη και να παράγει τα γνωστά νοσηρά αποτελέσματα. Ολοένα και περισσότεροι πολίτες δείχνουν ξανά πρόθυμοι να αφεθούν στην τυχαιότητα του ασαφούς ριζοσπαστισμού, εμπιστευόμενοι δυνάμεις «κάθαρσης» και πρωτοβουλίες εκδίκησης, με το σκεπτικό ότι τα πράγματα είναι τόσο άσχημα ώστε αποκλείεται να γίνουν χειρότερα. Η Ιστορία, βέβαια, δείχνει ότι τα πράγματα μπορούν πάντα να γίνουν χειρότερα, ωστόσο δεν έχουν όλοι χρόνο να θυμηθούν τα πρόσφατα ή να διαβάσουν για τα παλιά· η καθημερινότητα φθείρει μνήμη και κριτική ικανότητα.
Ο λαός δεν θέλει
Γίνεται σιγά σιγά σαφές τι σημαίνει η παρεξηγημένη έκφραση περί μη διακυβερνησιμότητας της χώρας: όχι ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί τυπικά να κυβερνήσει, αλλά ότι οι πολίτες κατά ένα μεγάλο μέρος δεν επιθυμούν να κυβερνηθούν. Η τυπική νομιμοποίηση της κυβέρνησης σκοντάφτει σε μια ουσιαστική ασυμφωνία: η «κανονικότητα» δεν πείθει ούτε ως υπόσχεση ούτε ως πρακτική. Αν κάποτε οι πολίτες διατηρούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον η νομιμότητα εφαρμόζεται, σήμερα αμφιβάλλουν για την ίδια τη νομιμότητα ως αξία· αν κάποτε η κουβέντα αφορούσε τις παθογένειες του κράτους, σήμερα ολόκληρο το κράτος θεωρείται παθογένεια και η κυβέρνηση λογίζεται ως κορωνίδα της. Οι ταξιτζήδες αγωνίζονται «μέχρι να πέσει η κυβέρνηση». Οι αγρότες παλεύουν «μέχρι τέλους». Οι πολίτες, ανεξαρτήτως κοινωνικής ομάδας, θεωρούν εν πολλοίς το κράτος «μπανανία», τη Δικαιοσύνη ένα ψέμα, τον κοινοβουλευτισμό αναποτελεσματικό. Υπάρχει μια εσχατολογική, αντιθεσμική διάθεση, σαν να αναμένουμε την καταστροφή του κράτους ή σαν να την έχουμε αποδεχθεί ως τετελεσμένη. Εύλογα, τα κόμματα (υπαρκτά και μη) που βλέπουν τα ποσοστά τους να αυξάνονται, αποφεύγουν τον προγραμματικό λόγο· δεν δίνουν και πολλές πληροφορίες για το πώς θα κυβερνήσουν, αν ποτέ βρεθούν σ’ αυτή τη θέση. Κανείς δεν θέλει να λερώσει το στόμα του με κάτι τόσο μιαρό κι εξ ορισμού ύποπτο όσο η διακυβέρνηση».
Η αναπόφευκτη εξουσία
Το ότι οι συνδηλώσεις της διακυβέρνησης είναι δυσάρεστες δεν σημαίνει ότι η εξουσία μπορεί να μείνει σε εκκρεμότητα, για να μη μαγαριστεί. Κάποιος πρέπει να την ασκήσει και δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να την ασκήσει άψογα. Σ’ αυτό το κομμάτι είναι που χωλαίνουν οι σχηματισμοί, οι οποίοι ευαγγελίζονται τον εξαγνισμό της πολιτικής διά της αποπολιτικοποίησής της. Εκεί έγκειται η χειραγώγηση της κοινωνίας: στην καλλιέργεια της λαϊκιστικής πεποίθησης πως ο λαός είναι τόσο σοφός και κυρίαρχος, που θα πάρει αύριο στα χέρια του το σιδηροδρομικό δίκτυο και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και θα τα μεταμορφώσει. Αργά ή γρήγορα, πάντως, όλοι ανακαλύπτουν πως κάτι τόσο σύνθετο όσο ο κρατικός μηχανισμός δεν διευθετείται με όρους καλού και κακού, ηθικού και ανήθικου. Το κράτος, στην παρακμιακή αλλά και στην εξορθολογισμένη εκδοχή του, είναι ένα διαρκές πεδίο μάχης, στο οποίο κάποια στιγμή κάτι θα πάει λάθος. Το ζητούμενο είναι κάποιος να αναλάβει την ευθύνη· το λάθος να διορθωθεί και να μην επαναληφθεί. Περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται ένα σωτήρα, η κοινωνία χρειάζεται να κατανοήσει τα όρια της σωτηρίας της.

