Η Ορθοδοξία ως όπλο του Κρεμλίνου

3' 20" χρόνος ανάγνωσης

Οι πρόσφατες ρωσικές αιχμές κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πέρα απ’ την επικαιρότητά τους δείχνουν κάτι βαθύτερο: φανερώνουν πόσο εύκολα μπορεί η θρησκεία να μετατραπεί σε υποκατάστατο στρατηγικής και εργαλείο πολέμου. Η εργαλειοποίηση της θρησκείας από το ρωσικό κράτος δεν είναι ένα συγκυριακό φαινόμενο. Αποτελεί μια συνειδητή μέθοδο με βαθιές ρίζες, που ενώνει τσαρικές μνήμες, σοβιετικές πρακτικές και μετασοβιετικές φιλοδοξίες. Δεν πρόκειται για ένα δευτερεύουσας σημασίας φαινόμενο, αλλά για δομικό στοιχείο του σύγχρονου ρωσικού κράτους που επηρεάζει και τη δική μας δημόσια σφαίρα.

Ο πυρήνας αυτής της εργαλειοποίησης είναι η ιδεολογία του λεγόμενου «ρωσικού κόσμου». Η ιδέα, δηλαδή, ότι η Ορθοδοξία, η ρωσική γλώσσα και η κοινή ιστορική μνήμη συγκροτούν έναν ενιαίο πολιτισμικό χώρο, στον οποίο η Μόσχα έχει ρόλο φυσικού κέντρου και προστάτη. Με τον τρόπο αυτό μια πνευματική ταυτότητα μετατρέπεται σε γεωπολιτικό δόγμα, όπου η ενότητα προϋποθέτει την επιρροή και η προστασία νομιμοποιεί ακόμη και τη στρατιωτική επέμβαση. Με άλλα λόγια, υιοθετείται ένα θρησκευτικό λεξιλόγιο για την επένδυση της πολιτικής ισχύος με την αύρα μιας ιερής αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, η Δύση παρουσιάζεται ως ηθικά έκπτωτη, ενώ ο «ρωσικός κόσμος» ως προπύργιο της παράδοσης. Το αποτέλεσμα είναι μια ταυτοτική θεολογία που εύκολα γίνεται μηχανισμός πολιτισμικού πολέμου και δαιμονοποίησης του άλλου.

Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία ότι μέσα στον ίδιο τον ορθόδοξο κόσμο έχουν διατυπωθεί ξεκάθαρες θεολογικές αντιστάσεις. Η «Διακήρυξη κατά της διδασκαλίας του ρωσικού κόσμου» (2022) απέρριψε ρητά αυτή την ιδεολογία ως διαστροφή της ορθόδοξης παράδοσης και μορφή εθνοφυλετισμού, υπενθυμίζοντας ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνει ιδεολογικός μηχανισμός ιεροποίησης ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορικής φαντασίωσης. Στην ίδια γραμμή, με άλλη γλώσσα και για ευρύτερο ακροατήριο, κινήθηκε και η πρόσφατη Δήλωση της Διάσκεψης Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (KEK/CEC) στο συνέδριο του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 2025). Το κείμενο μιλάει χωρίς υπεκφυγές για το πώς θολώνει το όριο ανάμεσα στην πολιτική ιδεολογία και τη θεολογία, πώς η Δύση δαιμονοποιείται μέσα από έναν «δυϊστικό» πολιτισμικό πόλεμο και γιατί έννοιες όπως ο «ιερός πόλεμος» ή η μεταφυσική αυτοπαρουσίαση ενός κράτους είναι ατυχείς και θεολογικά απαράδεκτες.

Το κρίσιμο σημείο εδώ δεν είναι η Δύση ως γεωγραφικός όρος, αλλά η Δύση ως σκιάχτρο. Οταν ο αντίπαλος παρουσιάζεται ως μεταφυσικό κακό, ως «παρακμή», «αθεΐα», «αντι-παράδοση», «παρα-φύση», τότε η πολιτική αντιπαράθεση φεύγει από το πεδίο των επιχειρημάτων και καταντά να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός συσπείρωσης. Στις περιπτώσεις αυτές η θρησκευτική πίστη παύει να φωτίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και τις στρατολογεί σ’ έναν αμφιλεγόμενο ιερό σκοπό, ενώ ταυτόχρονα ο θεολογικός λόγος χάνει την προφητική του ιδιότητα και ντύνει με φωτοστέφανο την πολιτική εξουσία.

Ο κίνδυνος για τη χώρα μας είναι ορατός επειδή η Ελλάδα διαθέτει ακόμη ένα ισχυρό θρησκευτικό κεφάλαιο. Στον δημόσιο χώρο μας κυκλοφορεί –με διαφορετικές εντάσεις– ένα αφήγημα που συγχέει την Ορθοδοξία με τον αντιδυτικισμό, την ευσέβεια με τη συνωμοσιολογία και την κριτική στις δυτικές παθογένειες με τη νομιμοποίηση αυταρχικών προτύπων. Ετσι δημιουργούνται θιασώτες επικίνδυνων ιδεών που δεν υπερασπίζονται απλά μια παράδοση, αλλά υιοθετούν έναν εχθροκεντρικό τρόπο σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η δημοκρατία και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρούνται αναξιόπιστοι και κάθε αντίλογος ισοδυναμεί με προδοσία. Δεν πρόκειται για έναν αθώο συντηρητισμό, αλλά για μια πολιτισμική πόλωση με θρησκευτικό ένδυμα, που σε περιόδους διεθνούς αστάθειας, όπως η σημερινή, μπορεί να λειτουργήσει ως κανάλι ξένης επιρροής κυρίως μέσω της εσωτερίκευσης μιας παραμορφωτικής οπτικής.

Η απάντηση σ’ αυτές τις προκλήσεις δεν είναι η «αποθρησκειοποίηση» της κοινωνίας αλλά η προστασία των διακριτών ορίων. Η καλλιέργεια δηλαδή της συνείδησης ότι είναι άλλο πράγμα η πίστη και άλλο η στρατηγική ενός κράτους, άλλο η μαρτυρία του Ευαγγελίου και άλλο η νομιμοποίηση απολυταρχικών καθεστώτων και, τέλος, άλλο η κριτική προς τη Δύση και άλλο η δαιμονοποίησή της. Αυτό που χρειαζόμαστε ως κοινωνία είναι μια θεολογική παιδεία που να απομυθοποιεί την ιεροποίηση της ισχύος, να επιδεικνύει εγρήγορση απέναντι στη διασπορά μίσους και ψευδών ειδήσεων και να καλλιεργεί στους πολίτες την ωριμότητα να αντιλαμβάνονται την Ορθοδοξία και τη θρησκευτική πίστη γενικότερα όχι ως λάβαρο ενός γεωπολιτικού στρατοπέδου, αλλά ως πρόσκληση σε αγαπητική κοινωνία προσώπων με ελευθερία και ειρήνη.

*Ο κ. Νίκος Κουρεμένος είναι διδάσκων Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και ερευνητικός εταίρος στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT