Μιλώντας στην «Κ» ο Χακάν Φιντάν, σχετικά με τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα είπε μεταξύ άλλων: «Οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Ελλάδα δεν δίνουν πολλές δυνατότητες σε κανέναν πολιτικό ηγέτη να λύσει αυτό το πρόβλημα και να βάλει την υπογραφή του… Στην εσωτερική πολιτική της Ελλάδας το ζήτημα της αντίληψης της Τουρκίας ως απειλής παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο στην πολιτική. Δηλαδή, όταν κάποιος προσπαθεί να κάνει κάτι σχετικά με την Τουρκία, οπωσδήποτε και υποχρεωτικά, πρέπει να πληρώσει ένα πολιτικό τίμημα».
Ουδείς σώφρων πολίτης θα διαφωνήσει με τις επισημάνσεις του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν. Οντως, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν ενσωματωθεί στην πολιτική ζωή του τόπου, αλλά αυτό δεν είναι κάτι το καινούργιο. Για να μην πάω μακριά, από τότε που έχω μνήμη θυμάμαι τα ελληνοτουρκικά να δεσπόζουν στη δημόσια σφαίρα με την οπτική μιας εθνικής εξ Ανατολών απειλής, που ελλόχευε δίπλα στον μόνιμο από Βορρά κίνδυνο. Και είναι απολύτως φυσιολογικό σε μια δημοκρατία τα εθνικά θέματα να αποτελούν αντικείμενο κριτικής ή πολεμικής ή ευρύτερων συναινέσεων και να επηρεάζουν, λίγο ή πολύ, την ψήφο των πολιτών. Αυτό δεν το κατανοεί ο Χ. Φιντάν διότι λειτουργεί μέσα σε ένα άλλου είδους πολίτευμα. Ενα πολίτευμα που φυλακίζει τους πολιτικούς αντιπάλους, ελέγχει ασφυκτικά τα ΜΜΕ, καθώς και κάθε αρμό της εξουσίας. Ενα τέτοιο αυταρχικό πολίτευμα είναι λογικό να μπορεί να ελέγχει τις αντιδράσεις και στα εθνικά ζητήματα, καθώς οι μηχανισμοί του διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Επιπροσθέτως, δε, έχει την… ικανότητα στις εκλογές πάντα να νικά.
Σήμερα η πατρίδα μας βρίσκεται, τόσο στο διπλωματικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο, σε άριστη θέση. Υποθέτω πως οι χειρισμοί στα ελληνοτουρκικά θα γίνουν λαμβάνοντας υπόψη αυτό το δεδομένο.
Αλλά και επί της ουσίας των όσων είπε ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών υπάρχουν πολλές ενστάσεις. Γιατί οι Ελληνες όντως θεωρούμε ότι η Τουρκία απειλεί την κυριαρχία μας και τα δικαιώματά μας; Και δεν αναφέρομαι μόνον στην κληρονομιά της Ιστορίας. Αναφέρομαι στα γεγονότα των τελευταίων πενήντα χρόνων.
Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να ψάξουμε να βρούμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Εξετάζουμε τις προσλήψεις. Τη διαμορφωμένη εθνική πεποίθηση. Τον σκληρό πυρήνα της εθνικής συνείδησης. Αδικεί τους Ελληνες πολιτικούς ο Χακάν Φιντάν όταν λέει πως δεν είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν την πολιτική τους καριέρα βάζοντας την υπογραφή τους σε ελληνοτουρκική συμφωνία. Δεν τη βάζουν καθώς έχουν συνειδητοποιήσει πως ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας αποτελεί καταστατική αρχή της γέννησης της Τουρκικής Δημοκρατίας και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» έχει ιστορικό βάθος. Και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν, επιστρέφοντας από το Μόναχο περιχαρής, μέσα στην πλάνη του, δήλωνε κουνώντας το χαρτί της συμφωνίας «ειρήνη για την εποχή μας».
Σήμερα η πατρίδα μας βρίσκεται, τόσο στο διπλωματικό όσο και στο στρατιωτικό επίπεδο, σε άριστη θέση. Υποθέτω πως οι χειρισμοί στα ελληνοτουρκικά θα γίνουν λαμβάνοντας υπόψη αυτό το δεδομένο. Κάτι που επιδέχεται διπλή ανάγνωση.

