Ο ιδιοκτήτης ενός μικρού καφέ στην Κυψέλη μιλούσε έξαλλος στο τηλέφωνο. Περίμενε, λέει, μία εβδομάδα για να διορθωθεί το POS του μαγαζιού του. Η τράπεζα τον παρέπεμπε στην εταιρεία που διαχειρίζεται τα POS και η εταιρεία (η οποία πήρε τη δουλειά από την τράπεζα) τον ανακατεύθυνε πίσω στην τράπεζα. «Εγώ σας πληρώνω κανονικά κάθε μήνα τις προμήθειές σας», ούρλιαζε. «Τουλάχιστον παλιά», μονολόγησε κλείνοντας το τηλέφωνο, «θα έπαιρνα ένα βουλευτή και μπορεί να μου έλυνε το πρόβλημα».
Είναι εντυπωσιακό, αλλά τα καλύτερα επιχειρήματα κατά των ιδιωτικοποιήσεων δεν τα έχουν πλέον το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι κρατιστές. Τα προσφέρουν αφειδώς οι εταιρείες που αποκρατικοποιήθηκαν. Οποιος έχει επιχειρήσει να συνεννοηθεί με εταιρεία τηλεφωνίας νοσταλγεί τον παλιό κακό ΟΤΕ. Αυτό που έπαθε ο καφετζής της Κυψέλης με τις δύο εταιρείες, το έχουμε πάθει όλοι με τη μία εταιρεία που έχει δύο τμήματα.
Αφού περάσουμε τον γολγοθά των αυτοματοποιημένων μηνυμάτων –«για υπηρεσίες τάδε πληκτρολογήστε το ένα», «για υπηρεσίες δείνα πληκτρολογήστε το δύο» κ.λπ.– μπαίνουμε στον δαίδαλο των αρμοδιοτήτων.
Αν κάποιος έχει θέμα που άπτεται των δύο τμημάτων, πηγαίνει από τον Αννα στον Καϊάφα. «Α, γι’ αυτό πρέπει να τηλεφωνήσετε στο τμήμα κινητής». «Μα, από εκεί μου είπαν να τηλεφωνήσω στο τμήμα σταθερής». «Τι να σας πω; Δεν ξέρω, αλλά εγώ δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω».
Η ιστορία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσουμε τιμές ιδιωτικού ολιγοπωλίου με υπηρεσίες κρατικού μονοπωλίου. «Το 2019, το κόστος ανά GB στην Ελλάδα ξεπερνούσε τα 7 ευρώ, όταν στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών κυμαινόταν σε επίπεδα από 2 έως 3 ευρώ» («Καθημερινή», 18.12.2025).
Δεν είναι μόνο οι τράπεζες (μαζί με τα outsoursing πλοκάμια τους) και οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών που ταλαιπωρούν τους πελάτες τους. Στις συγκοινωνίες σταθερής τροχιάς έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα κατά της εισιτηριοδιαφυγής. Σε κάποιους σταθμούς μπήκαν, επιτέλους, μπάρες.
Ολα καλά μέχρις εδώ, αλλά τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων δόθηκαν σε μεγάλη τεχνική εταιρεία. Είναι λίγα και μάλλον λειτουργούν με γκαζοζέν. Κάνουν ένα λεπτό για να τυπώσουν ένα εισιτήριο. Στον σταθμό του ηλεκτρικού «Βικτώρια», για παράδειγμα, υπάρχουν δύο μηχανήματα και κάθε ουρά έχει έξι με δέκα άτομα.
«Τι να κάνω;» έλεγε απελπισμένος ο καφετζής της ιστορίας μας. «Να κάνω αγωγή; Δεν έχω τα λεφτά και η απόφαση θα βγει μετά από χρόνια. Ασε το άλλο. Δεν φτάνει που χάνω πελάτες, μπορεί να πλακώσει κανένα ΣΔΟΕ κι άντε μετά να τους εξηγήσω ότι δεν είμαι ελέφαντας». Αυτό είναι το πρόβλημα όταν η ρυθμιστική ισχύς της πολιτείας περιορίζεται μόνο στους πολλούς και αδύναμους, αλλά όχι στους λίγους και ισχυρούς.
Δεν ξέρουμε τι θα ψηφίσει ο εν λόγω καταστηματάρχης, αλλά μην εκπλαγούμε αν προτιμήσει κάποιον από τους λαϊκιστές. Οχι για να βρει το δίκιο του, αλλά για να εκδικηθεί το άδικο.

