Κάθε είδος γραπτού λόγου εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς. Στη λογοτεχνία, για παράδειγμα, η υπερβολή είναι καλή-κατά τη δική μου άποψη. Μεταδίδει χιούμορ, «χτίζει» ατμόσφαιρα, κάνει τον λόγο ποιητικό. Στα «νέα», όμως, την μετάδοση των ειδήσεων, η υπερβολή θα ήταν σκέτη ανευθυνότητα, εάν δεν ήταν υπολογισμένη «επένδυση» στα κλικς και τον δυσώδη ανταγωνισμό προς τα κάτω στην οικονομία της προσοχής-η οποία συχνά γίνεται οικονομία της ασημαντότητας ή χαοτική απουσία ιεράρχησης σημαντικών ειδήσεων.
Ενδεικτικά: ο καιρός. Ο τρόπος που μεταδίδονται οι ειδήσεις για τον καιρό στην Ελλάδα είναι προνεωτερικός, ενδεδυμένος ύφος συναισθηματικό που αφήνει κάτι σαν γλίτσα πάνω στις λέξεις. «Παρέλυσε από τον πάγο η Γερμανία», διάβαζα ευρισκόμενη στη Γερμανία, στα ελληνικά μέσα και θα νόμιζε κανείς ότι και άλλα κράτη είναι τόσο προκλητικά ανοργάνωτα όσο το ελληνικό, ότι οι κάτοικοι δεν ήταν έξω απολαμβάνοντας το έλκηθρο στον πάγο και τα χειμερινά σπορ.
Για το σαββατοκύριακο: «Ψυχρή εισβολή», «έσπασαν τα θερμόμετρα»-όλ’ αυτά με bold και κεφαλαία. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο χαμηλά είναι ο πήχης στην πίστα της ενημέρωσης όταν κάμποσες ενημερωτικές αναρτήσεις αφορούν τον καιρό. Φανερώνεται, όμως, και το επίπεδο δυσλειτουργικότητας της χώρας, το υπαρκτό τραύμα από περασμένα καιρικά φαινόμενα που αντιμετωπίστηκαν ντροπιαστικά, καθώς και μία συγκεκριμένη έλλειψη φαντασίας και ενεργητικής στάσης στα πράγματα.
Ας πάμε, όμως, στα σοβαρά. Κι ο Τραμπ είναι κλικμπέιτ («περιεχόμενο» χωρίς περιεχόμενο, τίτλος ικανός να προσελκύσει κλίκς χωρίς ανάλυση ή βάθος). Όχι πάντα, όχι στις διαφωτιστικές αναλύσεις ή στα κείμενα γνώμης. Όχι όταν Αμερικανοί ή απανταχού δημοκράτες επιχειρούν να υψώσουν διανοητικά αναχώματα στον φασισμό ή να κατανοήσουν τις δηλώσεις ενός πανίσχυρου άνδρα. Ούτε αναφέρομαι, φυσικά, στη μετάδοση των ειδήσεων με ευσυνειδησία και ακεραιότητα.
Μ’ απασχολεί αυτός ο ειδικός τραμποχυλός που διακινείται στο διαδίκτυο: ένα συνονθύλευμα από αναρτήσεις/ειδήσεις/
Σελίδες, λογαριασμοί, ιστότοποι που ποντάρουν στον προοδευτισμό αναπαράγουν Τραμπ σε αδιανόητο βαθμό, είναι ο κακός στη ρηχή χολιγουντιανή ταινία που παίζει στο μυαλό τους. Αντί για βαθιά μελετημένες αναλύσεις, τίτλοι που σπέρνουν πανικό, μία χορογραφία διανοητικής ανημπόριας. Μ’ αυτούς που τον καλοπιάνουν ας μην ασχοληθώ. Το θέμα είναι πως ο στοιχειοθετημένος, γραπτός λόγος δεν φέρνει τόσα κλικς. Ειδικά εάν δεν είναι γλιτσερός, πικρόχολος, οργιλός ή ακραίος. Δεν είναι θεαματικός.
Υπάρχει κάτι φυτουκλίστικο στην πίστη πως μπορούμε να αναλύσουμε ψυχρά και αποστασιοποιημένα όσα τερατώδη συμβαίνουν στον κόσμο μέσω των λέξεων. Δεν προσδοκούμε, όμως, αυτήν ακριβώς την κίνηση επανόδου προς την ευταξία απ’ όσους διεκδικούν την προσοχή μας; Κι αλλιώς γιατί τους τη δίνουμε; Για να μάς χαώσουν κι άλλο;
Από πότε έχουμε αποδεχθεί πως εγκαταλείπουμε τα εργαλεία της σκέψης; Από πότε ο πανικός, ο τρόμος, η τρομολαγνεία, η οργή, η παράλυση είναι τα πρώτα αφετηριακά σημεία για την επαφή μας με την πραγματικότητα; Ίσως από τότε που υπάρχει μία οθόνη ακόμη και πλάι στο μαξιλάρι μας. Ή από τότε που ο λόγος, η αργή ανάγνωση, η σύνταξη μεγάλων προτάσεων, η διείσδυση στη θέση του άλλου μέσω της τέχνης, υποχώρησαν χάριν της παντοκρατορίας της εικόνας, της φθηνιάρικης εντύπωσης, του θεάματος της δεκάρας και της συνακόλουθης σχιζοφρενικής σύγχρονης κατάστασης: γελάμε με Τραμπ, φοβόμαστε Τραμπ, κλαίμε με Τραμπ, καλοπιάνουμε Τραμπ, μισούμε Τραμπ. Ο Τραμπ έχει εποικίσει τα μυαλά.
Όλοι κερδίζουν με Τραμπ. Αν προβάλεις τη νέα του αισχρότητα, ίσως πάρεις μερικά ψίχουλα από την προσοχή των άλλων. Το κοινό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης-ειδικά το τμήμα τους που «τον μισεί» ή τον γλείφει-είναι σαν να έχει αναπτύξει μαζί του σχέση σαδομαζοχιστική. Όσο απωθητικός είναι τόσο τους έλκει. Στην εφημερίδα Zeit της περασμένης Κυριακής ετέθη το ζήτημα της κάλυψης της ειδησεογραφίας Τραμπ. Αξίζει να αναπαράγεται κάθετι που λέει, δεδομένου ότι το λέει, για να δημιουργεί σοκ;
Η αλήθεια είναι πως το 2026 μπήκε φέρνοντας μερικές «τρελές» εξελίξεις. Ο κόσμος δεν βγάζει άμεσο νόημα, όπως, μάλλον, δεν έβγαζε νόημα και στους ανθρώπους άλλων εποχών (σκεφτείτε την Ευρώπη, αρχές του 19ου αιώνα). Διαθέτουμε εργαλεία, όμως. Τον εγκέφαλό μας. Μάς αρέσει να σκεφτόμαστε, η συγκροτημένη σκέψη υπόσχεται μία ανάκτηση του ελέγχου, είναι μία μαλακή και θαυμαστή πράξη επιβολής στην πραγματικότητα. Έχουμε την γλώσσα που πασχίζει ν’ ακριβολογήσει, την Ιστορία, την ευγενική συζήτηση, τη διανοητική εργασία των ανθρώπων που ζήσαν πριν από εμάς και πολλά άλλα. Μ’ αυτά παλεύουμε αιώνες τώρα, σ’ αυτά θα καταφύγουμε και πάλι. Η παράλυση κι η ανημπόρια μπροστά στο κλικμπέιτ δεν είναι ενημέρωση, αλλά μία από τις άπειρες εκδοχές της κατανάλωσης.

