Η καλύτερη επιβεβαίωση της παρατήρησης του Ευάγγελου Βενιζέλου ότι «το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι η χώρα έχει καταστεί μη διακυβερνήσιμη» (ΕΡΤ, 15.10.2025) είναι οι αντιδράσεις σε αυτήν. «Πρέπει να είμαστε η πρώτη χώρα παγκοσμίως», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, «όπου κυβέρνηση δεύτερης τετραετίας προηγείται σταθερά δημοσκοπικά από το δεύτερο κόμμα, έχουμε μια άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία» (23.10.2025).
Η δημοσκοπικού τύπου προσέγγιση στο πρόβλημα της διακυβερνησιμότητας υπογραμμίζει το πρόβλημα: θεωρούμε ότι η εκλογή κυβέρνησης και η ανάδειξη ενός πρωθυπουργού είναι το Α και το Ω της διακυβερνησιμότητας. Βεβαίως, έτσι όπως είναι δομημένο το ελληνικό σύστημα, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός έχουν ανισοβαρή ρόλο στην πορεία του τόπου. Για όλα χρειάζεται υπογραφή υπουργού. Αυτή καθαυτή η θεώρηση, ότι αρκεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να μην υπάρχει πρόβλημα διακυβερνησιμότητας, αναδεικνύει το πρόβλημα που ελλοχεύει. Η πρόσφατη ιστορία έδειξε ότι ισχυρές κυβερνήσεις και παντοδύναμοι πρωθυπουργοί δεν έλυναν πάντα το πρόβλημα της πολιτικής ευστάθειας. Κυβερνήσεις κατέρρευσαν ταχύτατα. Υπήρχε όμως ο ισχυρός πόλος της αντιπολίτευσης, που μπορούσε να αναλάβει την κυβέρνηση, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα το εγγενές πρόβλημα της διακυβερνησιμότητας του τόπου.
Παρά την αλλαγή συνθηκών, τα κόμματα ακολουθούν την πεπατημένη. Δεν αναπτύσσουν κουλτούρα συναινέσεων, που θα χρειαστεί σε μια ανάγκη συνεργασιών. Με άλλα λόγια, η σημερινή στάση των κομμάτων υπονομεύει τη μελλοντική διακυβερνησιμότητα. Με άλλα λόγια, έχουμε φτιάξει ένα σύστημα άκαμπτο που δεν μπορεί να διαχειριστεί τον σημερινό πολιτικό κατακερματισμό. Τα ποσοστά του πρώτου κόμματος, για τα οποία καμαρώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, κυμαίνονται στο 22%-24%. Ακόμη και με την εφεύρεση της αναγωγής φτάνουν στο 28%-29%. Ουδέποτε στην πρόσφατη ιστορία ήταν τόσο χαμηλά. Η υπογράμμιση συνεχίζεται από την καχεκτικότητα του δεύτερου κόμματος, που δεν μπορεί να ξεκολλήσει από το 12%-14%. Η κυβέρνηση απογοητεύει, η αντιπολίτευση δεν πείθει και οι υπόλοιποι θεσμοί δεν λειτουργούν όπως πρέπει ώστε να εξισορροπούν όποιους πολιτικούς κραδασμούς.
Η διακυβερνησιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από την κοινοβουλευτική σταθερότητα, που προς το παρόν είναι δεδομένη. Ούτε από τη διαφορά του πρώτου κόμματος από τα υπόλοιπα. Για να προχωρήσει ο τόπος απαιτείται η καλή λειτουργία όλων των θεσμών, αυτών που κάνουν τη δημοκρατία περιεκτική και το πολιτικό σύστημα ικανό να λειτουργεί, παρά τις δημοσκοπικές διακυμάνσεις.

