Η έλλειψη πολιτικής κρίσης σε ένα κομμάτι του αστικού κόσμου εντυπωσιάζει διαχρονικά. Λες και δεν μάθαμε τίποτε από τα όσα συνέβησαν στη χώρα την περίοδο 2008-15. Ενα βασικό μάθημα ήταν το να μην μπερδεύουμε τον «κόσμο μας» με τον κόσμο. Είναι δύο πολύ διαφορετικά κοινωνικά υποσύνολα. Ολοι μας έχουμε την τάση, ιδίως στο σημερινό ακραία τοξικό περιβάλλον δημοσίου διαλόγου, να προσπαθούμε να κρυφτούμε στην άνεση και στη «ζεστασιά» ανθρώπων που ζουν ή σκέπτονται σαν εμάς. Είναι όμως και ο σίγουρος τρόπος να μην καταλαβαίνεις τι γίνεται στην κοινωνία, με συνέπεια να εκπλήσσεσαι στη συνέχεια από το αποτέλεσμα στις κάλπες ή από το τι διακινείται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εχει συμβεί τα τελευταία 10-15 χρόνια σε πολλές δυτικές κοινωνίες, στις οποίες οι τοπικές ελίτ δεν έβλεπαν τι έρχεται, είτε στην περίπτωση του Brexit είτε σε αυτή του Τραμπ. Συνέβη και στην Ελλάδα για πρώτη φορά στις εκλογές του 2012.
Ενα πράγμα είναι να μην ακούς, ένα άλλο πάλι είναι να μη θέλεις να βλέπεις τι έρχεται. Γκρινιάζουν πολλοί φίλοι, κατά καιρούς, γιατί τα μέσα ενημέρωσης «παίζουν» τον έναν ή τον άλλον αντισυστημικό διεκδικητή της εξουσίας. Ξεχνούν ότι είναι η δουλειά μας να φιλοξενούμε όλες τις απόψεις, εκτός από περιπτώσεις που προωθούν ανοικτά το μίσος και τη βία. Δεν αντιλαμβάνονται, επίσης, ότι στο τέλος της ημέρας δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία εάν οι πρωταγωνιστές του αντισυστημισμού προβάλλονται ή όχι στα λεγόμενα συστημικά μέσα. Αλλη είναι η πελατεία τους και κάθε υποψία πως τα παραδοσιακά μέσα τούς αγνοούν τούς δίνει πόντους. Υγιές είναι για όλους, ωστόσο, να βρίσκονται αντιμέτωποι με δημοσιογράφους που θα τους κάνουν μια κανονική, έστω και σκληρή, συνέντευξη. Λύση πάντως δεν είναι τα «ξύλινα τείχη»· αγνοώντας την ύπαρξή τους δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα.
Το άλλο λάθος που συχνά κάνουμε είναι να απορούμε με όσους τους ψηφίζουν. Ειδικότερα, μας προκαλεί εντύπωση πώς οι οπαδοί τους δεν νοιάζονται για το αν «δεν μιλούν αγγλικά» ή για την έλλειψη τεχνοκρατών για να τους συμβουλεύουν σε κρίσιμα ζητήματα. Μα προφανώς δεν είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που αναζητεί ένας θυμωμένος ψηφοφόρος. Το έχουμε δει ξανά και ξανά ότι, αντιθέτως, το σνομπάρισμα των «κανονικών» ψηφοφόρων τούς βγάζει από τα ρούχα τους. Ρωτήστε και τη Χίλαρι Κλίντον η οποία, μιλώντας σε χρηματοδότες της το 2016, χαρακτήρισε «αξιοθρήνητους» τους οπαδούς του Τραμπ. Ηταν μια στιγμή παντελούς πολιτικής ακρισίας και είδαμε πού κατέληξε. Το πώς η χώρα θα αποφύγει ένα ακόμη δήθεν αντισυστημικό πείραμα είναι ένα πραγματικό πρόβλημα, που δεν λύνεται με ξόρκια και εξυπνάδες.

