Πέρασε σχεδόν μία εβδομάδα από το μπλακ άουτ στον ουρανό της Αθήνας. Σε καιρό ειρήνης, στην κορύφωση της χειμερινής σεζόν κι ενώ άνθρωποι επέστρεφαν από τις πρωτοχρονιάτικες διακοπές τους, ο ουρανός «έκλεισε». Οκτώ μέρες μετά δεν έχουν δοθεί επίσημες εξηγήσεις για το τι ακριβώς συνέβη και σταμάτησαν να πετούν τα αεροπλάνα. Ούτε έχει αναληφθεί η ευθύνη για τη βλάβη, τη διόρθωση της, την αποκατάσταση των συστημάτων. Φυσικά, δεν έχουμε μάθει πόσο θα κοστίσει αυτό και σε ποιους, ούτε πότε η Ελλάδα θα συμμορφωθεί πλήρως με το ενωσιακό δίκαιο σε ζητήματα ασφαλείας.
Εν τω μεταξύ, οι μόνοι που απευθύνονται συστηματικά προς το κοινό είναι οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και λένε αυτό που μπορεί να πει με σιγουριά ο μέσος Ελληνας εργαζόμενος. Οτι καλούνται να εκτελέσουν την εργασία τους με απαρχαιωμένα, κακοσυντηρημένα, δυσλειτουργικά εργαλεία. Οτι οι υποδομές έχουν αφεθεί στην τύχη τους και η κάθε μέρα στη δουλειά είναι γεμάτη προκλήσεις, με αυξανόμενες πιέσεις, λόγω αύξησης του θερινού τουρισμού. Η ασφάλεια θα έπρεπε να είναι στην κορυφή της λίστας με τις προτεραιότητες της οποιασδήποτε κυβέρνησης, γιατί;
Η ασφάλεια είναι συνδεδεμένη με την ελευθερία. Δεν μπορείς να είσαι πραγματικά ελεύθερη, εάν αισθάνεσαι απειλή, φόβο και τρομοκρατία. Υποτίθεται πως το κράτος υπάρχει, μεταξύ άλλων, για να απορροφά, στον βαθμό του εφικτού, τους κινδύνους και τα ρίσκα και να επιτρέπει στους πολίτες να μεγαλουργούν, να είναι πρωτότυποι, να ενεργούν δημιουργικά και απροσδόκητα ή απλώς να ευτυχούν. Στη Βόρεια Μακεδονία και αλλού σημειώθηκαν δυστυχήματα λόγω ελλιπούς επιτήρησης: η τήρηση των κανόνων υποσκελίζεται από την υπερβολική έγνοια για κέρδη. Σε άλλες χώρες, Ελλάδα, Σερβία, την ασφάλεια εκτοπίζουν συστηματικά η διαφθορά, η παραίτηση των υγιών ανθρώπων από την πολιτική, η μετατροπή των κρατικών μηχανισμών σε εργαλεία βιοπορισμού για ανόητα κομματικά στελέχη.
Το αποτέλεσμα παραμένει. Αγχωμένα, τρομαγμένα υποκείμενα που σκέφτονται τα βασικά, ο κόσμος τους μικραίνει, δημιουργείται εκείνο το είδος ανθρώπου που δομεί την προσωπικότητά του γύρω από το ενδεχόμενο να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα. Εκτοξεύονται απειλές και ύβρεις, κατανέμεται άδικα η ντροπή, στο τέλος τίποτα δεν διορθώνεται πραγματικά. Υπάρχουν, μάλλον, συναισθήματα που αρμόζουν σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου και άλλα που προσιδιάζουν σε υπηκόους ολιγαρχικών κλεπτοκρατικών συστημάτων, στις απολυταρχίες κ.λπ. Ο φόβος, μάλλον, δεν δημιουργεί το είδος του πολίτη που τιμά και εκτιμά τη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Η άσκηση της ελευθερίας προϋποθέτει κλίμα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και σιγουριάς. Ποια σιγουριά μπορούν να νιώθουν οι πολίτες μίας χώρας που δεν τους εξηγεί τι βλάβες συμβαίνουν σε στοιχειώδεις υποδομές, τι μέτρα λαμβάνονται ώστε κανένα (προβλέψιμο/αποφεύξιμο) κακό να μην ξανασυμβεί; Πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεται κανείς όταν η συζήτηση για τον καιρό έχει γίνει προνεωτερική; Αλλά τι συμβαίνει και με τα διεθνή θέματα: μπορεί να απευθυνθεί η ηγεσία της χώρας με ειλικρίνεια και σαφήνεια στους πολίτες για τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου; Υπάρχει (ειλικρινής, διαφανής) προετοιμασία για όλες αυτές τις προκλήσεις;
Ο φόβος, που έχει συστηματικά καλλιεργηθεί, τραφεί και γιγαντωθεί στην Ελλάδα από την πανδημία και έπειτα, είναι ένα χρήσιμο συναίσθημα, ώσπου δεν είναι. Κάνει τους πολίτες υπάκουους και υποτακτικούς, λιγότερο κινητικούς. Υστερα, όμως, γίνεται οργή, τυφλό μίσος, παράνοια, συστημική δυσπιστία, κακοπιστία, μικροπρέπεια ή παραίτηση από την πολιτική και τις αξιώσεις που δικαιολογημένα προβάλλουμε. Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε τώρα. Ας εισαγάγουμε και το στοιχείο του υπερσυντηρητικού λαϊκισμού που ανεβαίνει: όταν φοβάσαι δεν σκέφτεσαι καθαρά, θέλεις μια γλώσσα/ατζέντα συναισθηματική, για να σε «πιάσει».
Οπως έχουμε ξανασυμφωνήσει από εδώ, δεν είναι ανάπτυξη η πρόσβαση σε εκλεκτές ποικιλίες καφέ και η βελτιστοποίηση της φιούζιον κουζίνας. Ζούμε, όμως, στην εποχή του υπερθεάματος, οι φαντασμαγορίες, οι φιέστες και η υπερθεαματική επίλυση προβλημάτων που έχουν αφεθεί πρώτα να γιγαντωθούν καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο χώρο στην ψηφιακή/τηλεοπτική σαπουνόπερα της αρκετά έκπτωτης τοπικής πολιτικής ζωής της χώρας. Μία ταπεινή, μετρημένη διαχείριση των προβλημάτων της καθημερινότητας, όμως, μία ήσυχη εργασία που θα απέδιδε καρπούς με τη μορφή της ελευθερίας και της ασφάλειας, θα ενστάλαζε σιγουριά, θα δημιουργούσε προσωπικότητες άλλου τύπου.

