Το πλάνο είναι ένα παράθυρο με διαφανή κουρτίνα, μια φθαρμένη ταπετσαρία, ένα τραπέζι, ένας στρογγυλός καθρέφτης κρεμασμένος… Στο βάθος ακούγεται ήχος καμπάνας. Επί δύο λεπτά δεν συμβαίνει τίποτα. Yστερα εμφανίζεται μια ανδρική φιγούρα, πλάτη στον θεατή, προχωράει προς το παράθυρο, στέκει, κοιτάει, αποσύρεται. Yστερα ξαναεμφανίζεται, πλάγια, σε άλλο σημείο του παραθύρου. Hχος από ύφασμα που ανασύρεται. Μια γυναικεία φωνή ρωτάει «τι συμβαίνει», ο άνδρας απαντάει: «Τίποτα, κοιμήσου». Η σκηνή διαρκεί περίπου πέντε λεπτά. Στην αρχή της ταινίας ο φακός κινείται πολύ αργά σε μια αχανή έκταση, με σπίτια/αποθήκες και τριγύρω βοοειδή. Φαίνεται να κάνει κρύο. Ο θεατής ενδοβάλλει το τοπίο και κυκλώνεται από την ατμόσφαιρα και τους ήχους του. Το «Satantango» (1994) του Μπέλα Ταρ θα χρειαστεί άλλες 6 ώρες και 55 λεπτά για να ολοκληρωθεί. Περισσότερο και από ταινία, το επτάωρο αυτό έπος των εγκαταλελειμμένων ζωών μοιάζει με τελετουργία.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Μεγάλη Πεδιάδα της Ουγγαρίας, εκεί όπου όλα είναι οριζόντια, νοτισμένα, και οι καταυλισμοί των ανθρώπων απέχουν τεράστιες αποστάσεις ο ένας από τον άλλον. Οι ήρωες ζουν αποκομμένοι από κάθε ενεργή αγροτική παραγωγή. Για τους ανθρώπους αυτούς, οι αξίες που προσδιόριζαν την ουσία της ζωής τους έχουν πάψει πια να υπάρχουν. Ολα τα έχει αποσυνθέσει ο χρόνος. Σιγά σιγά, γίνονται και οι ίδιοι μέρος της φθοράς. Η μόνη ζωντανή επιθυμία είναι μία και μοναδική: η φυγή. Αποκλείοντας και ξεγελώντας ο ένας τον άλλον, μηχανεύονται διάφορους τρόπους διαφυγής αξιοθρήνητους και εκ των προτέρων καταδικασμένους στην αποτυχία.
Κάπως έτσι συνοψίζεται η υπόθεση, στη μονογραφία του Μπέλα Ταρ (επιμέλεια της Αθηνάς Τσαγγάρη), που εξέδωσε το 43ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου το 2002, στο πλαίσιο μεγάλου αφιερώματος στον Ούγγρο σκηνοθέτη, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών. Τότε, στα 47 του, παρών στη Θεσσαλονίκη, γοητευτικός, με μια σαγήνη πέρα από τα επιφαινόμενα, είχε ήδη υπογράψει σχεδόν το σύνολο του έργου του, αφού μετά το 2000 και τις «Αρμονίες του Βερκμάιστερ» γύρισε άλλη μία ταινία μυθοπλασίας «Το άλογο του Τορίνο» (2011) – και το ντοκιμαντέρ «Missing People» (2019). Για τον σπουδαίο κινηματογραφιστή, συνοδοιπόρο του νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι (εκτός από στενοί φίλοι, ο συγγραφέας ήταν και σεναριογράφος του), οι λέξεις περίσσεψαν, διεθνώς, για να περιγράψουν το «τιτάνιο» κινηματογραφικό μέγεθός του, τη «χορογραφία της κάμερας», τον «δαιμονικό φορμαλισμό» του, τη μεταφυσική αλληγορία των θεμάτων του, το Αποκαλυπτικό σινεμά του με την υπνωτιστική επίδραση των εικόνων του.
«Ολες οι ταινίες μου ασχολούνται με ανθρώπους διαλυμένους, τελειωμένους, σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση. Πρέπει να τους αισθανθούμε. Η επιμονή μου είναι να διατηρήσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Εννέα μεγάλου μήκους περιλαμβάνει η φιλμογραφία του. «Ολες οι ταινίες μου ασχολούνται με ανθρώπους διαλυμένους, τελειωμένους, σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση. Πρέπει να τους αισθανθούμε. Η επιμονή μου είναι να διατηρήσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια», είχε πει σε μία από τις επισκέψεις του στη χώρα μας.
Ας επιστρέψουμε σε αυτό το πλάνο του «Satantango». Στο παράθυρο, με τη διαφανή κουρτίνα. Στο τέλος της ταινίας, σφραγίζεται με επίπεδες σανίδες για να μείνει στην κορυφή, μια ελάχιστη χαραμάδα… Αυτό που έχουμε παρακολουθήσει, με μια αίσθηση ότι επιπλέουμε στο νερό, είναι καθηλωτικό και ανελέητο· στοχαστικό· ένα δαιμόνιο σπιράλ, προσώπων, βλεμμάτων και απογνώσεων, με χρόνο κυκλικό που δεν οδηγεί πουθενά.
Είναι ένα κινηματογραφικό παράθυρο σε έναν κόσμο πραγματικό και την ίδια στιγμή φασματικό. Ενα παράθυρο που υπενθυμίζει ότι η ζωή δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη, ακόμη κι όταν φαίνεται περιορισμένη και απροσπέλαστη.

