Αγαπημένος δάσκαλος μας έλεγε ότι, για τους ιστορικούς, τα «προϊόντα υψηλής εκλαΐκευσης» απαιτούν γνώση, κόπο και φαντασία, περισσότερο από τα επιστημονικά που θα απευθυνθούν στην κοινότητα των ιστορικών. Αναφερόταν στις υποχρεωτικές προϋποθέσεις της επιστημονικής ποιότητας και ασφάλειας μαζί με την ευχερή ανάγνωση που οφείλουν να προσφέρουν έργα όπως οι πολύτομες σειρές ιστορίας, μονογραφίες θεμάτων και προσώπων, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, ακόμη και σινεμά με ιστορικά θέματα.
Ο ίδιος δάσκαλος, σε κάθε διήγηση γεγονότων, ρωτούσε ξερά: «Πότε;». Κρίνοντας απολύτως καθοριστική τη χρονική συγκυρία που διασυνδέει γεγονότα και τροφοδοτεί τη σκέψη με το κλίμα της κάθε εποχής. Σύστηνε επίμονα τη λεπτή και ευαίσθητη χρονολόγηση. Ανθρωπος με βαθιά καλλιέργεια και ευστροφία, γοητευμένος από τη σύνθεση και τα βήματα του παρελθόντος, έδινε στην ελληνική γλώσσα που κατά καιρούς μιλιόταν ή γραφόταν την αξία εργαλείου αντίληψης της λειτουργίας της κοινωνίας και μαζί εργαλείο για τη βαρύτητα των ελπίδων των ανθρώπων. Πρέπει, έλεγε, οι ιστορικοί που μελετούν τα νεότερα χρόνια, από την Αλωση και μετά, να είναι πρώτα φιλόλογοι, για να μπορούν αυτονόμως να μελετούν κρατικά έγγραφα, χειρόγραφα, οικονομικά κατάστιχα, συμβόλαια, προικοσύμφωνα, πωλητήρια μύλων, πλοίων, χωραφιών, ενοικιάσεις και δωρεές σε μοναστήρια, ναυλώσεις και τόσα άλλα. Ως φιλόλογοι επίσης, θα ένιωθαν τον σφυγμό της γλώσσας, από το δημοτικό τραγούδι ώς τις τοπικές διαλέκτους.
Αυτά ίσχυσαν ως ανάγκες στα χρόνια της δεκαετίας του 1960 και 1970, όταν η ελληνική ιστοριογραφία, φεύγοντας από τον πολιτικό και ακαδημαϊκό αυταρχισμό της Ελλάδας, ανέπτυξε τις ελληνικές ιστορικές σπουδές κυρίως στο Παρίσι. Εκτοτε, η πληθώρα των ελληνικών πανεπιστημίων και η ένταξη του μαθήματος της Νεότερης Ιστορίας σε πολλών ειδών σχολές απορρόφησε πολλούς κατόχους διδακτορικών διατριβών στην Ιστορία σε ακαδημαϊκές θέσεις. Κάποια από την αύρα των παραπάνω άγγιξε και τους φοιτητές τους.
Ωστόσο, παράλληλα με τη βελτιωμένη ακαδημαϊκή πορεία της ιστορίας, το ευρύ αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων έως και τη δεκαετία του 2000 πολλαπλασίαζε τις πωλήσεις στις περιπτώσεις που η εφημερίδα συνοδευόταν από τεύχη ιστορικού ενδιαφέροντος, με συγγραφείς ιστορικούς οι οποίοι τεκμηρίωναν θέματα ιστορίας όλων των περιόδων, με έμφαση όμως μάλλον στα γεγονότα και θέματα που αφορούσαν την Ελληνική Επανάσταση και μετά ώς και τον πλούσιο σε γεγονότα και θέματα 20ό αιώνα.
Εκτοτε οι γενιές άλλαξαν, οι επιθυμίες των ιστορικών των δεκαετιών 1960 και 1970 χλώμιασαν λόγω της πανεπιστημιακής καθημερινότητας και των άλλων προτεραιοτήτων που κυριάρχησαν. Η κούφια οικονομική ευμάρεια και η οικονομική καταστροφή που ακολούθησε προσγείωσαν το φιλιστορικό κοινό σε ανάγκες ψυχικής επιβίωσης με κύριο γνώμονα την οικονομική επιβίωση. Η ιστορία στις νέες γενιές δεν υπάρχει πλέον ως ψυχική ανάγκη. Ισως και να φταίει, για παράδειγμα, ότι δεν συναντά στα βιβλιοπωλεία κανείς ένα βιβλίο που να μελετά από κοινού με σεβασμό, ειλικρίνεια και βάθος τη συνθετική κοινωνική ιστορία των δύο πολιτικών πλευρών των εμφυλίων πολέμων της δεκαετίας του 1940-1949. Οι ιστορικοί αναλαμβάνουν πιθανώς τα δίκια της μιας πλευράς, με αποτέλεσμα να θεωρούνται οικείοι αυτής της πλευράς και μη αποδεκτοί από την άλλη.
Ωστόσο, η ανάγκη για ιστορική αντίληψη παραμένει φαίνεται ισχυρή, ακόμη και σαν εύληπτη παρηγοριά που έρχεται από παλιά για να επουλώσει αγωνίες που ακόμη μας ταλανίζουν. Αγωνίες τού ποιοι είμαστε και πώς φτάσαμε ώς εδώ. Ενα ερώτημα όμως που ούτε διατυπώνεται μεταφυσικά και ούτε προφανώς πρέπει να απαντηθεί μεταφυσικά.
Η ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια προκάλεσε τη συρροή του κοινού στις αίθουσες γιατί παρά την προβληματική ιστορική τεκμηρίωση αναδεικνύει τις πολιτικές προσπάθειες πολιτικής δημιουργίας ενός κράτους από τις στάχτες του ολέθρου της Επανάστασης ως θείο δράμα. Ως το δράμα ενός ανθρώπου με «θείο χάρισμα», που οι κάθε λογής «κακοί» ξένοι και ντόπιοι τον εμποδίζουν στη «θεία» αποστολή του. Θυμίζει την πολιτική παρηγοριά από παρατάξεις και ηγέτες που ταυτίζουν τα προβλήματα με την αδικία. Απέναντι στην παραπάνω προσέγγιση του Καποδίστρια, η σύνθεση της επιστημονικής Ιστορίας παραμένει βουβή, αφού αφενός δεν θα «ρωτήθηκε», κυρίως όμως γιατί δεν της αναλογεί η θεραπεία συμπτωμάτων αλλά η έντιμη χρονολογικά ανασύνθεση του παρελθόντος μέσω πηγών που οφείλουν τον σεβασμό μας.
*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

