Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει πει επανειλημμένως το τελευταίο διάστημα ότι η χώρα είναι «μη διακυβερνήσιμη». Είναι μία θέση που διατυπώνεται, διαβάζεται και έχει εκληφθεί ως κριτική προς την κυβέρνηση. Προσπαθούσα να καταλάβω τι σημαίνει. Οταν λέμε ότι ένα σπίτι είναι «μη κατοικήσιμο» εννοούμε ότι αυτό δεν μπορεί να κατοικηθεί γιατί, π.χ., καταρρέει. Οταν λέμε ότι αυτό το πρόσωπο είναι «μη αναγνωρίσιμο» εννοούμε ότι αυτό δεν μπορεί να αναγνωριστεί γιατί, π.χ., έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό του. Οταν λέμε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι μη χειραγωγήσιμος εννοούμε ότι αυτός έχει κάποιες ιδιότητες, π.χ., δεν εξαπατάται εύκολα και δεν μπορούμε να τον κάνουμε καλά. Ετσι, όταν λέμε ότι η χώρα είναι «μη διακυβερνήσιμη», κανονικά πρέπει να εννοούμε ότι αυτή δεν μπορεί να διακυβερνηθεί. Οπως και στην περίπτωση του μη κατοικήσιμου σπιτιού ή των μη αναγνωρίσιμων ή χειραγωγήσιμων ανθρώπων, αυτή θα πρέπει να έχει κάτι που την κάνει μη διακυβερνήσιμη. Δηλαδή, κανονικά η φράση αυτή θα έπρεπε να σημαίνει ότι κανένα κόμμα, καμία συμμαχία δεν μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα διότι αυτή βρίσκεται, π.χ., σε κατάσταση αναταραχής, διάλυσης, διάχυτης παρανομίας, όπως λίγο-πολύ την εποχή των Αγανακτισμένων και της κρίσης.
Ομως, όπως είπαμε, αυτή η φράση χρησιμοποιείται και κατανοείται ως επικριτική της κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Ευ. Βενιζέλος έχει διευκρινίσει πολλές φορές ότι δεν εννοεί πως η χώρα δεν έχει ή δεν μπορεί να αποκτήσει νόμιμη κυβέρνηση. Η χώρα, γράφει στο «Βήμα» (28/12/2025), είναι μη διακυβερνήσιμη «γιατί το πολιτικό σύστημα, η κοινωνία των πολιτών, οι παραγωγικές δυνάμεις, οι διανοούμενοι αδυνατούν να οργανώσουν έναν εθνικό διάλογο που θα οδηγήσει σε επικαιροποίηση της εθνικής στρατηγικής και σε ανασύσταση του κοινωνικού συμβολαίου που διερράγη την περίοδο της κρίσης και δεν ανανεώθηκε μετά τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί συνεκτική και συμπεριληπτική μια κοινωνία όταν, κατά τη Eurostat, η υποκειμενική φτώχεια εκτινάσσεται στην Ελλάδα στο 67% και όταν κυριαρχεί η αίσθηση της ανισότητας και της διαφθοράς».
Να δεχθούμε ότι η κυβέρνηση έχει ευθύνη για το ότι «κυριαρχεί η αίσθηση της ανισότητας και της διαφθοράς», ανεξαρτήτως αν πράγματι αυτές αυξήθηκαν ή όχι. Δηλαδή να δεχθούμε ότι έχει ευθύνη όχι μόνο για το πώς διαμορφώνεται η πραγματικότητα, αλλά και για το πώς προσλαμβάνεται υποκειμενικά η πραγματικότητα. Ομως ακόμη κι έτσι, για τέτοια βαριά και χρόνια θέματα έχει μόνο ευθύνη η παρούσα κυβέρνηση; Δεν έχουν ευθύνη προηγούμενες κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις; Δεν κάνει η σημερινή αντιπολίτευση ό,τι μπορεί για να εξάψει το υποκειμενικό αίσθημα των πολιτών εναντίον της κυβέρνησης ακόμη και με κατασκευασμένα στοιχεία (βλ. ξυλόλια); Η αίσθηση της ανισότητας και της διαφθοράς κυριαρχεί περισσότερο τώρα απ’ όσο κυριαρχούσε την περίοδο της κρίσης με τους Αγανακτισμένους ή την περίοδο που έκανε παιχνίδι ο Τσοχατζόπουλος; Τότε η χώρα ήταν διακυβερνήσιμη (αφού διακυβερνήθηκε) και τώρα όχι; Να δεχθούμε επίσης ότι η κυβέρνηση έχει ευθύνη για το ότι δεν οργανώνεται εθνικός διάλογος. Μόνο αυτή έχει ευθύνη; Δεν έχει ευθύνη και η αντιπολίτευση, που δεν συναινεί στο παραμικρό και έχει δαιμονοποιήσει την κυβέρνηση και ειδικά τον πρωθυπουργό; Και μόνο τώρα δεν υπάρχει εθνικός διάλογος; Μόνο τώρα υπάρχει πόλωση στην πολιτική ζωή; Ηταν παλαιότερα η χώρα διακυβερνήσιμη χωρίς εθνικό διάλογο και τώρα, πάλι χωρίς εθνικό διάλογο, δεν μπορεί να διακυβερνηθεί; Πράγματι, ο Ευ. Βενιζέλος δεν αναφέρεται στην κυβέρνηση, αλλά στο πολιτικό σύστημα, στην κοινωνία των πολιτών, στις παραγωγικές δυνάμεις και στους διανοουμένους ως υπευθύνους για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα. Αλλά τόσο αυτός όσο και όσοι υποστηρίζουν τη θέση αυτή εγκαλούν την κυβέρνηση και όχι τους υπολοίπους.
Ο Νίκος Αλιβιζάτος στην «Καθημερινή» (21/12/2025) χαρακτήρισε τον όρο «μη διακυβερνησιμότητα» βαρύγδουπο, κακόηχο και αδόκιμο νεολογισμό. Εγώ λέω ότι ο νεολογισμός αυτός αστοχεί –αν κρίνουμε με βάση το τι σημαίνουν οι λέξεις– ως προς τον στόχο που έχει: να ενοχοποιήσει την κυβέρνηση για τον κίνδυνο να μην είναι η χώρα διακυβερνήσιμη. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι, παρότι άστοχος, δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο για το οποίο έχει εισαχθεί.
Με την ευκαιρία, μια και αναφέρθηκα στο τι σημαίνουν οι λέξεις, να πω ότι αυτό που γράφτηκε σχετικά με την παρουσία των δύο πρώην πρωθυπουργών και του κ. Βενιζέλου στη γιορτή της εφημερίδας «Δημοκρατία», ότι δηλαδή σημασία έχει τι λες και όχι πού το λες, είναι ανακριβές. Το νόημα των όσων λες δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο, αλλά προκύπτει κάθε φορά, μεταξύ άλλων, και από πού το λες. Οι περιστάσεις εντός των οποίων λες κάτι διαμορφώνουν και το νόημα όσων λες. Οι ίδιες ακριβώς λέξεις και προτάσεις μπορεί να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Επιπλέον, οι λέξεις είναι πράξεις. Με όσα λέμε ταυτοχρόνως πράττουμε. Είναι η επιτελεστική διάσταση της γλώσσας. Μιλάμε και την ίδια στιγμή μπορεί να διαβεβαιώνουμε, να συγχωρούμε, να συνηγορούμε, να αναγνωρίζουμε.
*Η κ. Βάσω Κιντή είναι ομότιμη καθηγήτρια του ΕΚΠΑ.

