Τι κάνουμε με τις Ανεξάρτητες Αρχές;

3' 48" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε ένα σύστημα πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, όπως το δικό μας, η αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης είναι συνήθως οξεία. Σ’ εμάς, μάλιστα, είναι κατά παράδοση στιγμές στιγμές ακραία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ερωτάται: Δεν θα ήταν αντιφατικό να αξιώνει κανείς από τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συνεργάζονται με την κυβέρνηση για την επιλογή προσώπων «κοινής αποδοχής» ως επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών, παρότι το προβλέπει το Σύνταγμα; Δεν θα εκλαμβανόταν αυτό ως αποθέωση της υποκρισίας; Δεν θα πίστευαν όλοι ότι τα κόμματα μας κοροϊδεύουν;

Σίγουρα, με κάτι τέτοια ερωτήματα θα απαντούσαν o Νίκος Ανδρουλάκης, ο Σωκράτης Φάμελλος και οι πολιτικοί αρχηγοί των μικρότερων κομμάτων, αν τους ρωτούσαν γιατί δεν συνεργάζονται με την κυβέρνηση για την επιλογή του Συνηγόρου του Πολίτη, του επικεφαλής της Αρχής Προστασίας Δεδομένων και του προέδρου της ΑΔΑΕ, που η θέση τους παραμένει κενή εδώ και μήνες.

Αν έλεγαν κάτι τέτοιο, όσο εύλογο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, πιστεύω ότι θα είχαν άδικο. Σε όλες τις σύγχρονες δημοκρατίες, για ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις, το Σύνταγμα προβλέπει ότι απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία. Ενδυναμώνεται έτσι η θέση της μειοψηφίας και περιορίζεται η δυνατότητα της πλειοψηφίας να επιβάλει τις δικές της επιλογές, όταν αυτές είναι ακραίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των συνταγματικών δικαστών, οι οποίοι, σύμφωνα με το δημοφιλές γερμανικό πρότυπο, επιλέγονται από τις δύο γερμανικές βουλές με πλειοψηφία των δύο τρίτων. Και σ’ εμάς, θυμίζω, έως το 2019, επί ποινή διαλύσεως της Βουλής, το Σύνταγμα προέβλεπε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με αυξημένη πλειοψηφία (2/3, 2/3 και 3/5).

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά. Αν η κυβερνώσα πλειοψηφία δεν βάλει νερό στο κρασί της και η μειοψηφία επιμείνει στις δικές της προτάσεις, ενδέχεται, όπως συμβαίνει σ’ εμάς σήμερα με τις ανεξάρτητες αρχές, ο κρίσιμος θεσμός να παραλύσει. Οπως αποφάνθηκε η Επιτροπή της Βενετίας σε παλαιότερη έκθεσή της [CDL-AD(2018)015], το θέμα δεν είναι τόσο νομικό όσο πολιτικό και ηθικό. Ωστόσο, για να μην προκαλούνται αδιέξοδα, είναι σκόπιμο να προβλέπονται κάθε φορά και εναλλακτικές λύσεις (anti-deadlock mechanisms). Οι τελευταίες, εν τούτοις, πάντοτε κατά την Επιτροπή της Βενετίας, δεν πρέπει να ευνοούν την εκάστοτε πλειοψηφία ώστε να επιβάλει τελικά τις δικές της επιλογές ούτε όμως και να ωθούν την αντιπολίτευση σε ανεύθυνες συμπεριφορές.

Το πόσο ορθή είναι η άποψη αυτή φάνηκε σ’ εμάς με την αναθεώρηση του άρθρου 32 του Συντάγματος, το 2019: Με τη δυνατότητα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ακόμη και με τη σχετική πλειοψηφία, η κυβερνώσα πλειοψηφία δεν θα αναζητήσει βέβαια συναινετική υποψηφιότητα, αλλά θα επιμείνει στη δική της επιλογή, αφού είναι περίπου βέβαιο ότι τελικά θα την επιβάλει. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η εναλλακτική λύση δεν είναι η μείωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας, όπως έγινε σ’ εμάς για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών (3/5 αντί των 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων, που αρχικά προβλεπόταν), αλλά η ανάθεση της επιλογής σε «τρίτο» όργανο.

Θα πρέπει να καθίσουμε κάτω και να βρούμε τον καταλληλότερο για κάθε θέση, κάνοντας πίσω στα δευτερεύοντα και επιμένοντας στην ουσία.

Ποιο θα μπορούσε να είναι αυτό; Ενα διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα, όπως έχει προταθεί, για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ενδεχομένως, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών. Για τα τελευταία, θα μπορούσε επίσης να είναι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ή ένας σχηματισμός του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Θέματα σαν κι αυτά θα έπρεπε κανονικά να απασχολήσουν την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Εως ότου, εν τούτοις, αυτή ολοκληρωθεί, τι κάνουμε; Παρακάμπτουμε το Σύνταγμα, όπως επιχείρησε να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ το 2016 για το ΕΣΡ, προσκρούοντας τελικά στο Συμβούλιο της Επικρατείας; Ή βαπτίζουμε ως «πλειοψηφία των 3/5» μια απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων που υπολειπόταν του κλάσματος αυτού, όπως έκανε η Ν.Δ. το 2023 (με την υπόθεση να εκκρεμεί σήμερα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου);

Προφανώς, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οπως το κατάφερε ως πρόεδρος της Βουλής ο Νίκος Βούτσης, το 2019, από τις τριάντα και πλέον υποψηφιότητες που υποβλήθηκαν (μεταξύ άλλων από πρώην ανώτατους δικαστές με τεράστιο κύρος, όπως οι κ.κ. Λεπενιώτου και Συγγούνα, και επιστήμονες ανεπίληπτου ήθους, όπως ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος), θα πρέπει να καθίσουμε κάτω και να βρούμε τον καταλληλότερο για κάθε θέση, κάνοντας πίσω στα δευτερεύοντα και επιμένοντας στην ουσία. Την κύρια ευθύνη γι’ αυτό έχει δίχως άλλο ο σημερινός πρόεδρος της Βουλής, ένας έμπειρος πολιτικός που έχει δείξει ότι δεν προσκολλάται στους τύπους.

Επιτέλους, όπως όλοι συμφωνήσαμε όταν γιορτάζαμε πέρυσι τα πενηντάχρονα του Συντάγματός μας, η μεγάλη κατάκτηση της περιόδου της Μεταπολίτευσης είναι ότι, για πρώτη φορά τόσο πολλοί, συμφωνήσαμε στους κανόνες του παιχνιδιού. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

*Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT