Θεωρείται μια χώρα δημοκρατία όταν οι άνθρωποι που την κυβερνούν κυνηγούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και τους κλείνουν στη φυλακή; Όταν αδιαφορούν για την επίλυση των προβλημάτων της χώρας και αντ’ αυτού ασχολούνται μόνο με τη διατήρηση και την ενίσχυση του πελατειακού κράτους; Είναι δημοκρατική μια χώρα στην οποία όλα τα ΜΜΕ ανήκουν σε οικονομικά συμφέροντα που εξαρτώνται οικονομικά από την κυβέρνηση; Ή μια στην οποία όλος ο κρατικός πλούτος μοιράζεται σε πιστούς του καθεστώτος; Ο κόσμος μας μοιάζει να γίνεται ολοένα και λιγότερο δημοκρατικός. Οι δείκτες το δείχνουν, οι ειδήσεις το επιβεβαιώνουν. Ολοένα και περισσότερες χώρες διολισθαίνουν. Αλλά πώς γίνεται αυτή η διολίσθιση, ακριβώς; Πώς αναγνωρίζουμε εμείς, οι πολίτες, ότι μας συμβαίνει; Και ποια είναι η γραμμή που χωρίζει μια χώρα που “έχει δημοκρατία”, από μια που δεν έχει πια; Ποιο είναι το σημείο της διολίσθησης που, όταν ξεπερνιέται, η δημοκρατία έχει σβήσει;
Τον περασμένο Μάιο, όταν η κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ δεν είχε καν συμπληρώσει τετράμηνο, βρήκα μια ενδιαφέρουσα απάντηση σε ένα άρθρο των New York Times που έγραψαν τρεις πολιτικοί επιστήμονες οι οποίοι μελετούν ακριβώς το θέμα: πώς, δηλαδή “πεθαίνουν” οι δημοκρατίες στον κόσμο μας. Οι Στίβεν Λεβίτσκι, Λούκαν Γουέι και Ντάνιελ Τσίμπλατ το έθεσαν ως εξής: η δημοκρατία έχει πάψει, λένε, όταν η εναντίωση στην κυβέρνηση αρχίζει να έχει πραγματικές συνέπειες. Όταν ένας πολιτικός αρθρώνει αντιπολιτευτικό λόγο και, ως εκ τούτου, αντιμετωπίζει συνέπειες στην προσωπική ή την πολιτική του ζωή. Όταν πολίτες το σκέφτονται πριν κατέβουν σε μια διαδήλωση, ή πριν αναρτήσουν κάτι εναντίον της κυβέρνησης σε κάποιο δημόσιο φόρουμ, γιατί φοβούνται βάσιμα ότι μπορεί να αντιμετωπίσουν οποιεσδήποτε επιπτώσεις. Όταν δημοσιογράφοι ή ΜΜΕ αυτολογοκρίνονται. Όταν μια επιχείρηση αλλάξει μια διαφημιστική καμπάνια, επειδή φοβάται μήπως χαρακτηριστεί αντικυβερνητική. Όταν ένας επιχειρηματίας διστάζει να εκφραστεί δημόσια για κάποιο θέμα, επειδή φοβάται ότι μπορεί να αντιμετωπίσει έκτακτους φορολογικούς ελέγχους, ή όταν ένα πανεπιστήμιο αλλάζει πολιτική ή εκπαιδευτικές μεθόδους για να μη χάσει την κρατική χρηματοδότηση. Τότε, λένε οι πολιτικοί επιστήμονες, η δημοκρατία τελείωσε. Όταν η αντιπολίτευση έχει κόστος, πάπαλα. Ακόμα και αν εξακολουθούν να γίνονται κάποιας μορφής εκλογές, ακόμα και αν κάποιοι από τους θεσμούς λειτουργούν ακόμα, στην πράξη ο αυταρχισμός έχει νικήσει. Αυτό είναι το όριο.
Τις προάλλες ο αμερικανός Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, του οποίου η προηγούμενη θέση εργασίας ήταν τηλεπερσόνα του Fox News, δήλωσε (στα social media, φυσικά), ότι η κυβέρνηση προτίθεται να αφαιρέσει τη στρατιωτική σύνταξη και τους βαθμούς του Γερουσιαστή Μαρκ Κέλι, του οποίου η προηγούμενη θέση εργασίας ήταν αστροναύτης, πιλότος του διαστημικού λεωφορείου, με συμμετοχή σε τέσσερις αποστολές στο διάστημα. Ο λόγος είναι ότι ο Κέλι, δημοκρατικός Γερουσιαστής από την Αριζόνα, που έχει υπηρετήσει και ως αξιωματικός του Αμερικανικού Ναυτικού, είχε επισημάνει δημόσια ότι όσοι υπηρετούν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις όχι απλώς δικαιούνται να αγνοήσουν εντολές των ανωτέρων τους, αν αυτές είναι παράνομες, αλλά είναι υποχρεωμένοι από τον κανονισμό να αρνηθούν να τις εκτελέσουν. Αυτό στην κυβέρνηση που τους προηγούμενους μήνες βομβάρδιζε παράνομα βάρκες στην Καραϊβική και που τις προάλλες εισέβαλλε παράνομα στη Βενεζουέλα για να απάγει τον δικατάτορα της χώρας και τη σύζυγό του, δεν άρεσε καθόλου. Και το μήνυμα φυσικά πέρασε και στα δύο εκατομμύρια συνταξιούχους ένστολους της χώρας: αν πείτε δημόσια πράγματα που δεν αρέσουν στην κυβέρνηση, μπορούμε να σας πάρουμε τη σύνταξη.
Το ίδιο μήνυμα έχει περάσει η κυβέρνηση του Τραμπ με διάφορους τρόπους το προηγούμενο διάστημα στα: πανεπιστήμια, τις δικηγορικές εταιρείες, τα τηλεοπτικά κανάλια, τους δημόσιους υπαλλήλους, τους νόμιμους μετανάστες, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τους επιστήμονες και, φυσικά, σε όσους διαδηλώνουν ή διαμαρτύρονται δημόσια εναντίον της. Μεταξύ άλλων.
Την περασμένη Πέμπτη ανοίξαμε όλες και όλοι τα κινητά το πρωί και είδαμε την εκτέλεση μιας 37χρονης ποιήτριας, μητέρας τριών παιδιών, από τη Γκεστάπ… συγγνώμη, την ICE στη Μινεάπολη. Η αρμόδια υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ και ο ίδιος ο Τραμπ έσπευσαν (στα social media φυσικά) να την χαρακτηρίσουν το θύμα “τρομοκράτισσα” και το δολοφόνο της ήρωα που έσωσε τον εαυτό του και τους συναδέλφους του από τη μανία της. Αυτή τη φορά, βεβαίως, υπήρχε βίντεο. Που κυκλοφόρησε ευρύτατα και έδειχνε ξεκάθαρα σε όποιον είχε μάτια κάτι, που πρακτικά, ήταν μια εν ψυχρώ εκτέλεση. Αλλά ακόμα και τότε οι εκπρόσωποι του καθεστώτος εξακολουθούσαν να επιμένουν ότι το άσπρο είναι μαύρο, ο δολοφόνος ήταν σε αυτοάμυνα, ότι το θύμα “τον πάτησε με το αυτοκίνητο”, ότι o πόλεμος είναι ειρήνη, ότι για τη δολοφονία φταίει “η ακροαριστερά”, ότι η ελευθερία είναι σκλαβιά και, βέβαια, ότι στηρίζουν ανεπιφύλακτα τους πράκτορες της Γκεστπάπ… συγγνώμη, της ICE σε ό,τι κάνουν. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς δήλωσε ότι ο δολοφόνος “έκανε τη δουλειά του” και έχει “απόλυτη ασυλία”.
Το μήνυμα, φυσικά, ήταν ξεκάθαρο, κρυστάλλινο. Αν διαδηλώσετε στους δρόμους ή αν βρεθείτε στο δρόμο της Γκεστάπ… συγγνώμη, της ICE, τότε οι πράκτορές της δικαιούνται να σας πυροβολήσουν τέσσερις φορές στο κεφάλι, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα τους πειράξει και ότι, ίσα ίσα, το καθεστώς θα τους πει και μπράβο.
Κατά τη γνώμη των συγγραφέων εκείνου του άρθρου στους New York Times, παρεμπιπτόντως, η δημοκρατία στις ΗΠΑ είχε τελειώσει ήδη από τότε, το Μάιο.

