Κλείνουμε σήμερα με τα νέα επιστημονικά δεδομένα που προέκυψαν μέσα στο 2025, λέγοντας δυο πράγματα περί αναμνήσεων. Για τη μνήμη και τις αποθήκες της που κρύβει μέσα του ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Γιατί; Διότι οι νευροεπιστήμονες μιλούν εδώ και κάποιο καιρό για τη διαχείριση των αναμνήσεων στο επιστημονικό εργαστήριο.
«Οταν με τον αείμνηστο συνεργάτη μου Ζου Λιου στο εργαστήριο φωτίσαμε για πρώτη φορά τα εγκεφαλικά κύτταρα τη στιγμή που αποθηκευόταν μια συγκεκριμένη μνήμη, ήταν λες και παρατηρούσαμε μια σκέψη να μοιάζει με σπίθα που επιστρέφει στη ζωή», έγραφε, τέλη του 2025, ο Στιβ Ραμίρεζ στο περιοδικό New Scientist. Ο Ραμίρεζ είναι και συγγραφέας του «How to Change Memory: One neuroscientist’s quest to alter the past».
Οι δύο επιστήμονες ερέθισαν έναν «αστερισμό από νευρώνες» στο εσωτερικό του ιππόκαμπου ενός ποντικού, υποθέτοντας ότι αυτοί ακριβώς οι νευρώνες ήταν η φυσική βάση της μνήμης ή του «εγγράμματος» (Engram). Εγγραμμα στις νευροεπιστήμες θεωρείται το φυσικό ίχνος ή η αλλαγή στον εγκέφαλο που αποθηκεύει μια μνήμη. «Δεν συνειδητοποιήσαμε ότι περνούσαμε ένα από τα πλέον συναρπαστικά όρια της νευροεπιστήμης: την ικανότητα να μοντάρουμε την ίδια τη μνήμη».
Οπως εξηγεί ο Ραμίρεζ, όταν σχηματίζουμε μια μνήμη, τα εγκεφαλικά κύτταρα «βάλλουν όλα μαζί κατά βούληση» και ενδυναμώνουν τις συνδέσεις τους. Αυτή είναι μια διαδικασία που μπορεί να ενισχυθεί ή να αποδυναμωθεί μέσα από διαφορετικές διεργασίες ερεθισμού. Το εκπληκτικό με τις αναμνήσεις είναι ότι διαχέονται σε όλο τον εγκέφαλο, γι’ αυτό και παρουσιάζουν αξιοθαύμαστη αντοχή. «Η ζημιά σε μια περιοχή σπάνια οδηγεί σε διαγραφή μιας ολόκληρης εμπειρίας. Αντίθετα, ο εγκέφαλος βρίσκει παρακαμπτήριες οδούς δημιουργώντας πολλαπλές εκδοχές της ίδιας ανάμνησης».
Στην ουσία, αυτό πετυχαίνει και η επιστήμη με τον χειρισμό των αναμνήσεων (manipulation of memories) διά της τεχνητής οδού (ηλεκτρόδια, μαγνητικούς παλμούς).
Εννοείται πως τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις προκαλούν προβληματισμό. Αλλά για επιστήμονες όπως ο Ραμίρεζ, «η διαχείριση της μνήμης δεν έχει να κάνει με το να ξαναγράψουμε αυτό που είμαστε – αλλά να δώσουμε στον εγκέφαλο νέα μονοπάτια να ξαναβρεί τον εαυτό του».
Τέτοιου τύπου διαδικασίες μπορούν να απαλύνουν τον πόνο ενός βετεράνου πολέμου ή ενός ασθενούς με Αλτσχάιμερ ούτως ώστε να θυμάται –τουλάχιστον– τα ονόματα των αγαπημένων του.
Ο Μαρτίνεζ γράφει ότι ο εγκέφαλος από μόνος του «μοντάρει» τις αναμνήσεις μας, κάθε φορά που τις επαναφέρουμε, και η επιστήμη δεν κάνει άλλο από το να μιμείται τον εγκέφαλο σε αυτό. «Δεν είναι επιστημονική φαντασία, αλλά γεγονός της επιστήμης», τονίζει, καταλήγοντας: «Βλέπω ένα μέλλον στο οποίο το να θυμάσαι μετατρέπεται σε φάρμακο για το μυαλό».

