
Η προφανής απάντηση στη δήλωση πως «δεν είναι τώρα η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», την οποία έκανε ο πρωθυπουργός αμέσως μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, δόθηκε ήδη από πολλές μεριές: στις δημοκρατίες, η νομιμότητα δεν είναι θέμα χρονισμού· όλες οι ώρες είναι κατάλληλες και για τον σχολιασμό και για την εφαρμογή της. Οτιδήποτε διαφορετικό οδηγεί σε νοσηρές στρεβλώσεις, στην αλλοίωση του δικαίου τόσο ως έννοιας όσο και ως πρακτικής. Ωστόσο, το σχόλιο του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά: Αν αποκωδικοποιηθεί, το «Δεν είναι τώρα η ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» σημαίνει, εναλλακτικά, πως δεν έχουμε τώρα το πλεονέκτημα να σχολιάσουμε την παρανομία των πρόσφατων ενεργειών ενός πανίσχυρου συμμάχου. Δεν είναι ότι η κυβέρνηση αγνοεί πως ο Τραμπ έσφαλε· δεν είναι ότι δεν βρίσκει προβληματικό το παράδειγμα καταχρηστικής άσκησης εξουσίας και επιβολής ισχύος που θέτει, σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι ότι φοβάται να του αντιτεθεί. Τι νόημα θα είχε αν το έκανε; Συμβολικό μόνο.
Καθαρό κούτελο
Οι συμβολισμοί είναι μεγάλης σημασίας, ισχυρίζονται όσοι διαφώνησαν με τη σύλληψη του δικτάτορα. Δεν έχει σημασία αν η καταδίκη της αμερικανικής παρέμβασης εκ μέρους της Ελλάδας θα αλλάξει κάτι για τη Βενεζουέλα, λένε. Δεν έχει σημασία αν ο Ελληνας πρωθυπουργός εξοργίσει τον Τραμπ. Σημασία έχει το καθαρό κούτελο του κράτους στη διεθνή σκηνή. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι τα κράτη στη διεθνή σκηνή αποτελούν πρωτίστως γεωπολιτικά στοιχεία και δευτερευόντως ηθικά. Κι αν υπό φυσιολογικές συνθήκες οι ηθικές συγκρούσεις ξεπερνιούνται (κάτι η καλή πίστη, κάτι η λήθη), η προεδρία Τραμπ είναι από μόνη της μια διαρκής συνθήκη αντικανονικότητας, ασύμβατη με τις παραδοσιακές αρχές επιείκειας του μεταπολεμικού status quo. Μια ρήξη με τον πρόεδρο Τραμπ σηματοδοτεί ρήξη με την περσόνα Τραμπ και συνεπάγεται ό,τι μπορεί κανείς εύκολα να υποθέσει γνωρίζοντάς την: εκδικητικότητα, αντίποινα, εύνοια προς τον αντίπαλο (ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει τη συμπάθειά του στον Ερντογάν, άλλωστε).
Αφορμή έψαχναν
Είναι άλλο, όμως, να μετράς τα λόγια σου και να αφήνεις κάτι περισσότερο από το συνηθισμένο να πέσει κάτω για να εξευμενίσεις έναν ιδιοσυγκρασιακό πρόεδρο και άλλο να χρησιμοποιείς το μεταπολιτικό του ήθος για να νομιμοποιήσεις την αφ’ υψηλού δυσανεξία της παράταξής σου στους θεσμούς. Λίγο μετά τη δήλωση Μητσοτάκη, ο Μάκης Βορίδης, αφού πρώτα επαίνεσε τον Ντόναλντ Τραμπ γενικά και ειδικά, αναρωτήθηκε «ποια ακριβώς διεθνή νομιμότητα» επικαλούνται όσοι δυσαρεστήθηκαν με τις ενέργειες του προέδρου. «Εκείνη που ανέχεται δικτατορίες; Που καλύπτει διεφθαρμένα καθεστώτα;» συνέχισε. Η απλοϊκή λογική του δεν διαφέρει από τον σχετικισμό που μετέρχονται και οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι όποτε καλούνται να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα: αφού ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος, το δίκαιο και η νομιμότητα πρέπει να κρίνονται κατά περίπτωση. Οπως η Αριστερά προτάσσει το αφηρημένο δίκαιο των λαών ως μπούσουλα, ο Βορίδης εμπιστεύεται εξίσου αυθαίρετα το δίκαιο του Τραμπ, του «υπερασπιστή των συμφερόντων του δυτικού ημισφαιρίου». Αυτό, λίγες μέρες μετά τη διαδικτυακή επίθεση Γεωργιάδη και Πλεύρη στα «αριστεροκρατούμενα» διεθνή δικαστήρια.
Υποκρισία
Βέβαια, η καταγγελία των στρατιωτικών ακροβασιών του Τραμπ ως παράνομων έχει νόημα, έστω συμβολικό, όταν προέρχεται από πρόσωπα και χώρους που τάσσονται σταθερά υπέρ της νομιμότητας. Οταν μαρτυρά πάγια θέση υπέρ του νόμου και όχι προκατάληψη εις βάρος του παρανόμου. Εφόσον ο επεκτατισμός του Αμερικανού προέδρου είναι κατακριτέος και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί για να τον δικαιολογήσει λογίζονται ως άκυρα εκ προοιμίου, παρομοίως πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι αντίστοιχες ενέργειες άλλων ηγετών. Οποιος φρίττει με την κυνική επιθετικότητα του Τραμπ, αλλά ερμηνεύει την επιθετικότητα του Ρώσου προέδρου στους γείτονές του (και όχι μόνο σε αυτούς) με ελαστικότητα (ο Πούτιν «εξαναγκάστηκε» να επιτεθεί, ένιωσε απειλή, τον στρίμωξαν κ.λπ.) δεν επιδεικνύει ευαισθησία υπέρ του διεθνούς δικαίου, αλλά ανεντιμότητα και μεροληψία. Κι αυτή η μεροληψία, τόσο από την πλευρά των υποστηρικτών του Τραμπ όσο κι από εκείνη των πολεμίων του, είναι που ενδυναμώνει το «δίκαιο του ισχυρού», εναντίον του οποίου και οι δύο πλευρές υποτίθεται πως τάσσονται κατά τ’ άλλα.
Ας κρίνουν οι πολίτες
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν αφαίρεσε τον Μαδούρο από το κάδρο για ανθρωπιστικούς λόγους. Μπίζνες διά της βίας κάνει. Είναι, ωστόσο, σκόπιμο να εξεταστεί αν και κατά πόσον η συμφεροντολογική στρατιωτική επιχείρηση του Τραμπ μπορεί να έχει θετικό ανθρωπιστικό αντίκρισμα, έστω και κατά λάθος. Ακούγεται συχνά ότι τους δικτάτορες τους «εκθρονίζει» ο λαός· ότι αυτός είναι ο μόνος αρμόδιος να λάβει την πρωτοβουλία και να βρει τον τρόπο. Είναι σωστό το απόφθεγμα, αλλά ενδεχομένως υπερβολικά ηρωικό για να είναι πάντα ρεαλιστικό. Κι αν ο λαός δεν μπορεί; Από τους προοδευτικούς πολίτες περιμένει κανείς να μην ερμηνεύουν το καλό ενός λαού ερήμην του· ας αφήσουμε τους Βενεζουελάνους να αποφασίσουν ποια ζωή προτιμούν, κι ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας μετά.

