Όποτε πετάω από και προς το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος σκέφτομαι πως έτσι θα μπορούσε να είναι όλη η Ελλάδα. Δεν εννοώ, φυσικά, τα μαγαζιά και τις καφετέριες. Εννοώ την οργάνωση, την καθαριότητα, την ύπαρξη ενός σχεδίου, ενός τρόπου της χώρας να συστήνεται στον κόσμο σαν κάτι που λειτουργεί, που βάζει στόχο και τον πετυχαίνει. Το αεροδρόμιο εκπέμπει σαφή μηνύματα προς εργαζόμενους και επιβάτες, ένα λειτουργικό σημείο εισόδου που οργανώνει τα πλήθη αποτελεσματικά.
Μερικές φορές σκέφτομαι πως είναι παραπλανητικά καλό. Με την αποβίβαση στο Ελευθέριος Βενιζέλος ενδέχεται να νομίσει κανείς πως όλη η πόλη ακριβολογεί. Αρκεί ν’ αναζητήσει, όμως, τον προαστιακό σιδηρόδρομο ή να κάνει μία βόλτα στις χωματερές με τα σκουπίδια ή να παρακολουθήσει το διαρκώς εξελισσόμενο δράμα καθαρισμού των πεζοδρομίων απ’ τις τσίχλες και τα περιτυλίγματα, για ν’ αλλάξει γνώμη. Το περιστατικό με το κλείσιμο του μεγαλύτερου αεροδρομίου της χώρας για ώρες ήταν μια ντροπιαστική εξέλιξη, η κορύφωση του δράματος της ανικανότητας.
Αρχικά, να επισημάνουμε πως ακόμα και τα δευτερόλεπτα μετράνε στον προγραμματισμό των πτήσεων. Το μπλακ άουτ ωρών ήταν αδιανόητο. Είχε προαναγγελθεί, όμως. Οι εργαζόμενοι/εργαζόμενες είχαν προειδοποιήσει ότι οι υποδομές δεν έχουν αναβαθμιστεί, ότι τα συστήματα είναι πεπαλαιωμένα, ότι «βάζουν πλάτη», για να «βγαίνει» η δουλειά με εργαλεία που θέλουν άλλαγμα. Έτσι έφτασε η μέρα της απόλυτης, χειροπιαστής ντροπής: Επιβάτες και εργαζόμενοι ταλαιπωρήθηκαν σε αδιανόητο βαθμό. Η χώρα μάλλον θ’ αναγκαστεί να καταβάλει σοβαρότατες αποζημιώσεις στις αεροπορικές.
Φυσικά, για την ώρα, δεν έχουμε λάβει εξηγήσεις, γιατί δεν λειτουργούν ούτε τα συστήματα λογοδοσίας, κατανομής ευθυνών, επιδίκασης άμεσων αποζημιώσεων κλπ. Πέρασαν κάμποσες μέρες από το περιστατικό, η συχνότητα των πτήσεων έχει αποκατασταθεί, αλλά κανείς δεν μάς εξήγησε ακόμη τι ακριβώς συνέβη. Μικρό το κακό, που λέει ο λόγος. Ειδικά για όσους επέστρεψαν στην άλλη άκρη του πλανήτη. Θα καταχωρήσουν την ανάμνηση στα ευτράπελα των διακοπών.
Ο κόσμος που ζει στην Ελλάδα, όμως, έπαθε κάτι σαν μετατραυματικό στρες. Δεν έχουμε συνέλθει από το δυστύχημα των Τεμπών. Ούτε μπορούμε να συνηθίσουμε την κατάσταση των μεταφορών και των υποδομών στη χώρα,την απουσία ελέγχου και εποπτείας σε βασικά δίκτυα, την αλαζονεία, την έλλειψη λογοδοσίας/ανάληψης ευθύνης, την εκδίκαση υποθέσεων με ρυθμούς χελώνας. Όλες οι χώρες έλαβαν τεράστια ποσά για να συνέλθουν από την πανδημία και μετά να ανακάμψουν. Εμείς τι κάναμε μ’ αυτά;
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης έχει πια πετρώσει, η βάση του είναι συμπαγής. Ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι πολίτες δυσπιστούν. Διάφοροι τομείς του κράτους και της αγοράς φαίνονται σαν μεγάλες συμφωνίες (deals) όπου κάποιοι κερδίζουν και κάποιοι χάνουν. Η επιτυχία σχετίζεται με την κομματική σύνδεση κι από ‘κει και πέρα με την ετοιμότητα για βόλεμα ή ακόμη και διαφθορά. Τεράστια ποσά διοχετεύονται στη διατήρηση θέσεων/προνομίων ανίκανων προσώπων, ενώ για κεφαλαιώδη ζητήματα δεν εκπονείται σχέδιο, δεν δαπανώνται χρήματα. Έτσι, αντιλαμβάνονται εαυτές συλλογικά οι χώρες που δεν έχουν καλλιεργήσει θεσμική και συστημική εμπιστοσύνη (trust) και, σύμφωνα με αρκετούς οικονομολόγους, αυτές οι χώρες δεν μπορούν να πλουτίσουν και να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τις δυνατότητές τους.
Οι υποδομές, οι μεταφορές, οι θεσμοί, τα συστήματα εποπτείας, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν μάς απευθύνονται πειστικά. Τα πολιτικά πρόσωπα ψελλίζουν προδιατυπωμένα μισόλογα με κύριους αποδέκτες τους χειροκροτητές τους. Η Ελλάδα, εντωμεταξύ, (το μη διεφθαρμένο τμήμα της) πέρασε πολύ δύσκολα από το 2010 μέχρι τουλάχιστον το 2022, παρόλο που προσπαθούν να την πείσουν ότι πέρασε καλά. Σ΄αυτήν την περίοδο οι επενδύσεις στις υποδομές έφταναν το 1% του ΑΕΠ-πολύ λίγο. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνηθίσουν στην ιδέα πως το 2026 ο εφιάλτης συνεχίζεται. Δεν τους φαίνεται (επειδή δεν είναι) φυσιολογικό τα πάντα ν’ αργούν ή να μην συντηρούνται, τα χρήματα να πέφτουν σε μαύρες τρύπες διαφθοράς, διαπλοκής και άλλων ρυπαρών καταστάσεων.
Στην Ελλάδα, οι πολίτες λογοδοτούν (φορολογία, εποπτεία, ψηφιοποιημένη γραφειοκρατία, πλατφόρμες-πανοπτικά), ενώ παράγοντες της αγοράς λειτουργούν ασύδοτα (κατάρρευση ανεξάρτητων αρχών προστασίας των πολιτών, χαοτική απορρύθμιση, στρεβλώσεις) και κομματικά στελέχη παρασιτούν στα χρήματά μας (κυριολεκτικά: χρηματοδοτούμε τη μισθοδοσία τους). Μέσα από μια συστηματική διαστρέβλωση έχει επέλθει μία αντιστροφή ρόλων: είναι διαφανής η δράση των πολιτών και αδιαφανής η λειτουργία της αγοράς, του κράτους, των επιτροπών, των κομμάτων, των «γραμματειών» και των ανθρώπων με εξουσία.

