«Στέλνουμε την αγάπη μας ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους για όλα τα χρόνια που αφιέρωσαν στη Βραζιλία», ακούγεται από το ελικόπτερο που πετάει πάνω από μια περιοχή με σπίτια από λαμαρίνες. Εξαρχής, τα πλάνα αποπνέουν κάτι εγκαταλελειμμένο και σκληρό. Δεν είναι η φτώχεια των κατοίκων, αλλά το απάνθρωπο της κρατικής παρουσίας. Κλούβες μεταφέρουν ηλικιωμένους, γίνεται πολύ συχνά έλεγχος εγγράφων στους περαστικούς από περιπόλους, μια ατμόσφαιρα ανελευθερίας είναι αισθητή ευθύς εξαρχής. Η 77χρονη ηρωίδα υποχρεούται να αποχωρήσει από τη δουλειά της (ένα εργοστάσιο επεξεργασίας κρέατος αλιγάτορα) γιατί, πλέον, πρέπει να μεταφερθεί στην Αποικία. Εκεί, η κυβέρνηση της χώρας συγκεντρώνει όσους έχουν συμπληρώσει το 75ο έτος. «Η φροντίδα των ηλικιωμένων δεν είναι επιλογή. Είναι πατριωτικό καθήκον», όπως πληροφορούμαστε από την εναέρια διαφήμιση.
Ο χρόνος στη βραβευμένη βραζιλιάνικη ταινία «Γαλάζιο μονοπάτι» του Γκαμπριέλ Μασκάρου είναι μελλοντικός. Η ηρωίδα αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις και ξεκινάει ένα ταξίδι στον Αμαζόνιο, θέλοντας να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία της: να πετάξει με αεροπλάνο. Η ανάγκη για αυτοδιάθεση εξελίσσεται σε περιπέτεια. Το «σύστημα» δεν της επιτρέπει να ζήσει με τον τρόπο που θέλει. Την επαινεί, «τώρα είστε ζωντανή εθνική κληρονομιά», της λέει και της δίνει ένα μετάλλιο, αλλά θέλει να την «αποσύρει» στην Αποικία. Κι εκείνη βρίσκει τρόπο να παρακάμψει το πεπρωμένο της και να αναπνεύσει ελεύθερα, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού, συναντώντας ανθρώπους που ζουν στις παρυφές του κόσμου.
Αρχές του 2026, είναι μια καλή άσκηση για να δούμε τον χρόνο, τον αληθινό, με μεγαλύτερη επιείκεια, ανοχή και τρυφερότητα.
Ο ρεαλισμός του κοινωνικού σχολίου «νοθεύεται» με πινελιές μαγικού ρεαλισμού. Το αποτέλεσμα είναι πικρό, αλλά και αισιόδοξο. Ο Μασκάρου εκθέτει το ηλικιωμένο σώμα, το ωθεί στην εξέγερση, το αφήνει να διεκδικήσει τις μικρές απολαύσεις που το «σύστημα» του στερεί.
Την έλλειψη ανοχής προς την τρίτη ηλικία είχε σχολιάσει ευρηματικά και η ιαπωνική ταινία «Πλάνο 75» (2022) της Τσι Χαγιακάουα. Σε μια δυστοπική Ιαπωνία, το ομότιτλο κυβερνητικό πρόγραμμα παροτρύνει τους ηλικιωμένους πολίτες άνω των 75 να επιλέξουν οικειοθελώς την ευθανασία, έναντι αμοιβής, ως λύση στο πρόβλημα μιας ολοένα και πιο γερασμένης κοινωνίας. Το δυσοίωνο μέλλον που «βλέπει» η σκηνοθέτις βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα: «Υπάρχει μίσος στην ιαπωνική κοινωνία από τους νέους ανθρώπους για τους ηλικιωμένους γιατί πιστεύουν ότι “πληρώνουν” γι’ αυτούς χωρίς να λαμβάνουν τίποτα ως ανταπόδοση», είχε πει η Χαγιακάουα, θυμίζοντας ένα τραγικό περιστατικό. Το 2016 ένας άνδρας, στη χώρα της, εισέβαλε σε οίκο ευγηρίας και σκότωσε 19 ανθρώπους, τραυματίζοντας πολύ περισσότερους. Το κίνητρό του, όπως δήλωσε, ήταν να απαλλάξει την κοινωνία από «άχρηστα» μέλη της. «Το μέλλον είναι για όλους», διαβεβαιώνει το καθεστώς ενός χρόνου απροσδιόριστου. Φαίνεται δίκαιο, αλλά δεν ισχύει. Και οι δύο ταινίες, η κάθε μια με τον τρόπο της, αυτό υπογραμμίζουν: την ανισότητα, καθώς το δημογραφικό πρόβλημα οξύνεται, και οι ηλικιωμένοι αυξάνονται, δοκιμάζοντας όχι μόνο τα συστήματα υγείας και πρόνοιας, αλλά και τις ίδιες τις κοινωνίες.
Αρχές του 2026, είναι μια καλή άσκηση για να δούμε τον χρόνο, τον αληθινό, με μεγαλύτερη επιείκεια, ανοχή και τρυφερότητα. Οι ηλικίες, αναπόφευκτα, αποτελούν σύνορο και διαχωριστικό. Ο μέγιστος τραγουδοποιός εξιστορούσε με τον τρόπο του αυτό που ο κινηματογραφικός φακός χρειάζεται αρκετή ώρα για να αποδώσει: τη συμφιλίωση, την κατανόηση ότι ο κύκλος της ζωής είναι ενιαίος, δεν εξορίζεται σε «αποικίες», δεν ανατρέπεται με «πλάνα». «…Ο χρόνος ο αληθινός / Είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός».

