Επειδή πολλά γράφονται και ακόμη περισσότερα λέγονται περί αριστείας, όπως και για τη διαδικασία της αξιολόγησης, η είδηση, εκπαιδευτικού περιεχομένου, που ακολουθεί θα ενθουσιάσει πολλούς αλλά σε άλλους, φύσει δύσπιστους, εντός και εκτός σχολικών μονάδων, θα εγείρει ερωτήματα.
Επί της ουσίας: Οι οκτώ στους δέκα νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς στα δημόσια σχολεία κρίθηκαν εξαιρετικοί στη δουλειά τους. Οι υπόλοιποι, πολύ καλοί ή ικανοποιητικοί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας που παρουσιάζει η «Κ», μόλις 14 εκπαιδευτικοί κρίθηκαν μη ικανοποιητικοί σε κάποιο από τα τρία πεδία αξιολόγησης. Αυτό έκριναν οι αξιολογητές, δίνοντας πράσινο φως ώστε να μονιμοποιηθούν. Δικαιολογείται, λοιπόν, ο ενθουσιασμός για το νέο δυναμικό των δημόσιων σχολείων της χώρας ή μήπως οι αξιολογητές ήταν επιεικείς και η αξιολόγηση πολλές φορές διεκπεραιωτική;
Ηταν ο νόμος 4823 που από το 2021 εισήγαγε το σύστημα αξιολόγησης για τους εκπαιδευτικούς, τα μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ) και του Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού (ΕΒΠ), με σκοπό «τη βελτίωση της ατομικής τους απόδοσης και την αναβάθμιση της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης τόσο στο παιδαγωγικό-διδακτικό όσο και στο υποστηρικτικό έργο».
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών διενεργείται κάθε τέσσερα χρόνια από τρεις αξιολογητές στα πεδία Α1 (διδακτική – μαθησιακή διαδικασία), Α2 (διαχείριση τάξης) και Β (υπηρεσιακή επάρκεια). Στο πεδίο Α1 ο εκπαιδευτικός αξιολογείται από τον σύμβουλο ειδικότητας για τη γενική και ειδική διδακτική, στο πεδίο Α2 από τον διευθυντή ή προϊστάμενο της σχολικής μονάδας για το παιδαγωγικό κλίμα και τη διαχείριση της τάξης και στο πεδίο Β από τον σύμβουλο παιδαγωγικής ευθύνης και τον διευθυντή του σχολείου για την υπηρεσιακή συνέπεια και την επάρκειά του.
Οι εκπαιδευτικοί αξιολογούνται τεκμηριωμένα σε τετράβαθμη «βαθμολογική» κλίμακα και στα τρία πεδία, με το έργο τους να διαβαθμίζεται σε εξαιρετικό, πολύ καλό, ικανοποιητικό και μη ικανοποιητικό. Επειδή η αξιολόγηση δεν είναι ποσοτική, δεν υπολογίζεται μέσος όρος.
Η αξιολόγηση ξεκίνησε από τους νεοδιόριστους (οι πρώτοι το 2021), οι οποίοι, σύμφωνα με τον νόμο, έπρεπε να αξιολογηθούν στο τέλος της πρώτης υπηρεσιακής διετίας τους στο σχολείο για να μονιμοποιηθούν. Ετσι, παρά τις όποιες πολιτικές ενστάσεις –πολλές και έντονες– είχαν οι εκπαιδευτικοί, στην πλειονότητά τους αξιολογήθηκαν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, από την αρχή της αξιολογικής περιόδου και μέχρι σήμερα έχει ξεκινήσει η διαδικασία για 43.326 εκπαιδευτικούς, καθώς και για μικρό αριθμό μελών ΕΕΠ και ΕΒΠ. Για τους 17.735 εξ αυτών η διαδικασία συνεχίζεται, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάρτηση των αξιολογικών εκθέσεων και για τα τρία πεδία. Μέχρι και τα μέσα Νοεμβρίου 2025 είχαν ολοκληρωθεί και αναρτηθεί οι αξιολογήσεις για 25.591 εκπαιδευτικούς και ΕΕΠ-ΕΒΠ.
Το έργο των 20.736 (79,26%) έχει αξιολογηθεί και στα τρία πεδία ως εξαιρετικό, ενώ το έργο μόλις 14 έχει αξιολογηθεί σε τουλάχιστον ένα από τα πεδία ως μη ικανοποιητικό, οπότε καλούνται να παρακολουθήσουν σχετικά επιμορφωτικά προγράμματα. Το έργο των υπολοίπων 4.841 έχει αξιολογηθεί από εξαιρετικό έως ικανοποιητικό σε κάποιο από τα τρία πεδία.
Επιμερίζοντας τις αξιολογικές βαθμίδες ανά πεδίο, τα στοιχεία έχουν ως εξής:
• Στο πεδίο Α1, διδακτική – μαθησιακή διαδικασία, 87% των εκπαιδευτικών κρίθηκαν εξαιρετικοί, 12% πολύ καλοί και 1% ικανοποιητικοί.
• Στο πεδίο Α2, διαχείριση τάξης, 94% κρίθηκαν εξαιρετικοί και 6% πολύ καλοί.
• Στο πεδίο Β, υπηρεσιακή επάρκεια, 90% κρίθηκαν εξαιρετικοί, 9% πολύ καλοί και 1% ικανοποιητικοί.
Τα συντριπτικά ποσοστά των εξαιρετικών επιδόσεων προκαλούν βεβαίως κάποια ερωτήματα. Μα είναι τόσο καλοί οι νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί; Η δυσπιστία δεν είναι αδικαιολόγητη εάν λάβουμε υπόψη τον τρόπο με τον οποίο έγιναν πολλές αξιολογήσεις σε μία διαδικασία με μεγάλη γραφειοκρατία. Ενδεικτικά, πρέπει να γίνουν τρεις συναντήσεις του αξιολογητή με τον αξιολογούμενο: η συνάντηση προετοιμασίας, η συνάντηση της αξιολόγησης (σε συμφωνημένη ώρα και ημέρα ο αξιολογητής παρακολουθεί τον αξιολογούμενο σε δύο διδασκαλίες) και η συνάντηση για αποτίμηση της διαδικασίας. Ετσι, σε πολλές περιπτώσεις η διαδικασία εξελίχθηκε προσχηματικά και βιαστικά, «για τα μάτια του υπουργείου Παιδείας», όπως χαρακτηριστικά μεταφέρθηκε στην «Κ», καθώς οι σύμβουλοι εκπαίδευσης – αξιολογητές συμφώνησαν με τους εκπαιδευτικούς την ημέρα της αξιολόγησης, καθώς και για το περιεχόμενό της.
Από την άλλη, όπως τόνισε «καθησυχαστικά» στην «Κ» ο Ηλίας Ματσαγγούρας, ομότιμος καθηγητής Διδακτικής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ), «μην ξεχνάμε ότι οι αξιολογηθέντες μέχρι να διοριστούν είχαν θητεύσει έως και 10 χρόνια σε σχολεία ως αναπληρωτές. Αρα ήταν έμπειροι, γνώριζαν πολύ καλά τη δουλειά τους».

