Και μόνο τα 91 της χρόνια δείχνουν την απόσταση που χωρίζει τη σημερινή Γαλλία από εκείνη που ταυτιζόταν μαζί της. Το είχε πει ο ίδιος ο Ντε Γκωλ με το αυτοσαρκαστικό χιούμορ του και την αφοπλιστική του ειλικρίνεια: «Η Γαλλία είμαι εγώ και η Μπριζίτ Μπαρντό». Ο αυστηρός στρατιωτικός, ο πολεμιστής, ο ειλικρινής δημοκράτης από τη μία. Ο μόνος ανώτατος άρχων που έσπασε την παράδοση των εξωσυζυγικών σχέσεων, μια παράδοση που κληρονόμησε η δημοκρατία από την εποχή των Λουδοβίκων. Από την άλλη το απόλυτο «θηλυκό», σε μια εποχή που η θηλυκότητα δεν είχε περάσει στην παρανομία. «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα». Ή, όπως έλεγε ο δικός μας Εμπειρίκος, «μια γυναίκα απλώς γυναίκα». Μια γυναίκα που επιδεικνύει την αυταρέσκειά της, που αντιμετωπίζει τη θηλυκότητά της ως όπλο της αυτονομίας της. Κοινώς απελευθερωμένη, όμως ουδόλως φεμινίστρια: «Η γυναίκα είναι ό,τι ωραιότερο υπάρχει στον κόσμο. Και γι’ αυτό πρέπει να μείνει γυναίκα. Να απελευθερωθεί βέβαια, αλλά για την απελευθέρωσή της δεν χρειάζεται να οργανωθεί. Η γυναίκα είναι γλυκό πλάσμα». Αυτά τα έλεγε σε συνέντευξή της το 1973. Σήμερα φαντάζομαι θα την έκοβαν στον αέρα. Εξάλλου, η Μπαρντό ενσάρκωσε τις αντιλήψεις της για την ανεξαρτησία υιοθετώντας τις απόψεις της Ακροδεξιάς. «Η Δεξιά είναι το μόνο επείγον αντίδοτο στην αγωνία της Γαλλίας». Ποια είναι η αγωνία της Γαλλίας; «Είναι ότι έχει γίνει αδιάφορη, θλιμμένη, υποταγμένη, άρρωστη, κακοποιημένη, κοινή, ευτελής». Αν μη τι άλλο, τη Γαλλία της την έβλεπε καθαρά. Η σημερινή Γαλλία, βυθισμένη στην κατάθλιψη, με το αίσθημα της αποτυχίας σε όλα τα επίπεδα, είναι μια άλλη χώρα από αυτή που ενσάρκωναν ο Ντε Γκωλ και η Μπαρντό, που ενέπνεε με τον τρόπο ζωής της αισιοδοξία σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, που ήταν ο πυρήνας της ευρωπαϊκής γοητείας.
Η Μπαρντό, που ήταν αυτοδίδακτη, γόνος μεγαλοαστικής οικογενείας, εγκατέλειψε την κινηματογραφική καριέρα της πολύ νέα, μόλις 39 ετών. Εκτοτε αποσύρθηκε στο Σεν Τροπέ. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ίδρυμά της για την προστασία των ζώων. Είχε έναν γιο, τον οποίον είχε εγκαταλείψει. Το εντυπωσιακό είναι ότι έζησε πενήντα χρόνια μακριά από τη δημοσιότητα, όμως η δημοσιότητα δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Το ακόμη εντυπωσιακότερο είναι ότι γύρισε την πλάτη της στην κυρίαρχη νοοτροπία των καιρών, απ’ τον φεμινισμό έως την Αριστερά, και παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν της στέρησε τον λόγο ούτε την αντιμετώπισαν ως γραφική. Την προστάτευε ένα «μη μου άπτου», η ακτινοβολία ενός τρόπου ζωής που κάποτε υπήρξε και η σημερινή Γαλλία εξακολουθεί να νοσταλγεί μες στην κατάθλιψή της. Η Γαλλία, η Ευρώπη ολόκληρη. Η ενσάρκωση αυτού που είχε γράψει ο Ντοστογιέφσκι: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο».

