H επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα χάρηκε με τη σύσταση από τον πρωθυπουργό μιας επιτροπής για τη δημιουργία ενδεχομένως ενός νέου υπουργείου Ερευνας και Ανώτατης Εκπαίδευσης. Αυτή η απόφαση είναι ιστορική ευκαιρία, γιατί το υπουργείο αυτό θα προάγει την ανταγωνιστική και διεθνούς επιπέδου έρευνα στη χώρα μας και θα οδηγήσει σε σημαντικές ανακαλύψεις, χρήσιμες για την ανθρωπότητα, ανάλογες ή και να ξεπερνούν το δημογραφικό μας μερίδιο στην Ευρώπη. Οι ανακαλύψεις αυτές θα οδηγήσουν στη βελτίωση της ζωής και της ευημερίας των ανθρώπων, ενισχύοντας το κύρος της χώρας με στόχο ακόμη και την απονομή βραβείων Νομπέλ σε ερευνητές ελληνικών ιδρυμάτων. Ενα μεγαλεπήβολο όραμα που χρειάζεται μακροπρόθεσμη δέσμευση – ας πούμε, 20 χρόνια. Επιπλέον, ένα τέτοιο νέο υπουργείο μπορεί να επαναπροσδιορίσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση: να βελτιώσει την ποιότητά της, να αναθεωρήσει κριτήρια αξιολόγησης, να μειώσει τη γραφειοκρατία και να δώσει στους φοιτητές τη δυνατότητα συνδυασμού θετικών επιστημών με ανθρωπιστικές επιστήμες και τέχνες, προετοιμάζοντάς τους καλύτερα για τον σύγχρονο ανταγωνιστικό και απαιτητικό κόσμο. Το παρόν άρθρο εστιάζει στην έρευνα, ελπίζοντας ότι ειδικοί της εκπαίδευσης θα εμπλουτίσουν περαιτέρω τον διάλογο.
Το νέο υπουργείο θα πρέπει να έχει έναν κατάλληλο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό, τέτοιο που να επιτρέπει πρωτοποριακή, ανταγωνιστική έρευνα που θα υποστηρίζει τόσο την «έρευνα της περιέργειας» όσο και την εφαρμοσμένη «έρευνα της ανάγκης», μέσα σε κατάλληλες υποδομές και ένα άψογο βιοηθικό πλαίσιο. Η χρηματοδότηση των ερευνητών θα πρέπει να ανανεώνεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα εφόσον παραμένει ανταγωνιστική, παραγωγική, με αξιολόγηση, έτσι ώστε οι ερευνητές να εστιάζουν στην έρευνα και όχι στην καθημερινή επιβίωση. Χωρίς τα κατάλληλα οικονομικά μέσα, όλες οι διοικητικές και αναδιαρθρωτικές προσπάθειες θα είναι μάταιες, ισοδύναμες με την αλλαγή του περιτυλίγματος ενός άδειου πακέτου! Η οικονομική στήριξη θα προσελκύσει άριστους ερευνητές, θα δημιουργήσει ένα δυναμικό και ποικιλόμορφο οικοσύστημα πολύτιμων εγκεφάλων, θα αναβαθμίσει τις υποδομές, θα δημιουργήσει προγράμματα με άριστες πιθανότητες επιτυχίας και θα οδηγήσει σε συναρπαστικές ανακαλύψεις με σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων.
Φυσικά, το υπουργείο χρειάζεται έναν ηγέτη, έναν/μία υπουργό με γνώση, όραμα και εκτελεστικές ικανότητες! Θα ήθελα να προτείνω ότι ο/η υπουργός θα πρέπει να είναι τεχνοκράτης, κάποιος που γνωρίζει και έχει επηρεάσει το ερευνητικό πεδίο στο παρελθόν και έχει όλα τα προσόντα για αυτή τη σημαντική δημόσια αποστολή. Κάποιος που δεν προέρχεται απαραίτητα από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους της Βουλής και που θα παραμείνει στη θέση για επαρκές χρονικό διάστημα, για να ολοκληρωθούν σχέδια και προγράμματα. Το παραδοσιακό σύστημα των βραχύβιων υπουργών ανά υπουργείο και ο διορισμός υπουργών μόνο με πολιτικά κριτήρια και όχι με κριτήρια επαγγελματικής καταλληλότητας είναι, κατά τη γνώμη μου, επιζήμιο. Η πρακτική αυτή αποτελεί μέρος μιας «τυραννίας της παράδοσης» και της θολής ανάμειξης της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας.
Τέλος, θα ήθελα να τονίσω ότι η υποστήριξη για τη δημιουργία του «νεογνικού» υπουργείου πρέπει να βασιστεί σε ευρεία πολιτική συναίνεση, ώστε ένα ευρύ φάσμα των πολιτικών αποχρώσεων να έχει την ευθύνη της ανάπτυξής του. Για αυτό ίσως χρειαστεί να επανασχεδιαστεί και η σύνθεση της προπαρασκευαστικής επιτροπής, ώστε να αντιπροσωπεύει όλες τις ευαισθησίες.
Το ζήτημα είναι καίριο, σημαντικό και ζωτικό. Απαιτεί τη συμβολή όλων των αποχρώσεων της κοινωνίας. Ας το κάνουμε σωστά αυτή τη φορά!
* Ο κ. Στυλιανός Αντωναράκης είναι ομότιμος καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, πρώην πρόεδρος του Παγκόσμιου Οργανισμού του Γονιδιώματος του Ανθρώπου, Τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και της Ελβετικής Ακαδημίας Επιστημών.

