Μπορεί να ήταν άστοργη μητέρα, άπιστη σύζυγος, ρατσίστρια, κακότροπος χαρακτήρας. Αυτά εμάς δεν μας αγγίζουν. Το ίνδαλμα υπερβαίνει τις ανθρώπινες μικρότητες. Αλλωστε τότε τα κανάλια πληροφόρησης ήταν πολύ συγκεκριμένα και ιδιαίτερα προστατευτικά προς τις ντίβες εκείνης της εποχής. Οι δε περίφημοι «παπαράτσι» με τις βέσπες τους ενδιαφέρονταν για μια σκανδαλοθηρική φωτογραφία. Και η Μπριζίτ Μπαρντό τους τις προσέφερε αφειδώς. Δεν χρειαζόταν να κυνηγήσουν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με τον εκάστοτε συνοδό της. Η Μπε-Μπε γνώριζε ακριβώς τι ήταν και αυτό το «πουλούσε» στο κοινό κατά τον καλύτερο τρόπο.
Ανήκε στην κατηγορία των γυναικών που δημιουργούσαν μόδα χωρίς να κάνουν τίποτα. Μόνον με τη στάση τους και τη συμπεριφορά τους αποτελούσαν το υπόδειγμα για εκατομμύρια νεαρές και νεαρούς σε όλον τον πλανήτη. Θυμάμαι, θα ήταν το καλοκαίρι του 1968, εμφανίστηκε με τον Γκίντερ Σακς φον Οπελ να περπατά ξυπόλυτη στο Σεν Τροπέ και αστραπιαία, σε όλα τα ευρωπαϊκά κοσμικά θέρετρα, χιλιάδες τουρίστες μιμήθηκαν το περπάτημά της.
Κι εμείς, εν χρω κεκαρμένοι (περίπου), παρακολουθούσαμε τα ινδάλματά μας, την Μπε-Μπε, την Κλαούντια Καρντινάλε και τις διάφορες σεξοβόμβες των ΗΠΑ, μέσα από τα γνωστά περιοδικά που αποτελούσαν το ύστατο καταφύγιο μιας καταπιεσμένης εφηβείας. Και από τους άνδρες κυριαρχούσε στις αμερικανόπληκτες ο Ελβις και στις υπόλοιπες ο Αλέν Ντελόν. Και αυτός δύσκολος χαρακτήρας, κακός πατέρας, πολεμιστής στην Ινδοκίνα και προσωπικός φίλος του πατρός Λεπέν, αλλά όλα αυτά παραγράφτηκαν στον «Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο» και στον «Κύριο Κλάιν».
Η Γαλλίδα σταρ ανήκε στην κατηγορία των γυναικών που δημιουργούσαν μόδα χωρίς να κάνουν τίποτα.
Κάπου στα 15-16 χρόνια μου, στον τοίχο του δωματίου μου, ήταν κολλημένες οι φωτογραφίες της Μπε-Μπε μαζί με τον Τζίτζι Ρίτσι, Ιταλό πλέιμποϊ, του Αλέν Ντελόν με τη ρεπούμπλικα και την κλασική καμπαρντίνα, των Μπητλς, της Φρανσουάζ Αρντί με την κιθάρα της και φυσικά του «στρατηγού» ενώ πανηγύριζε ένα γκολ στη Λεωφόρο. Αργότερα οι Μπητλς αντικαταστάθηκαν από τον Λένιν που αγόρευε στα Σοβιέτ. Κοινώς, μην ψάχνετε να βρείτε άκρη στην ψυχή ενός εφήβου ή ενός εικοσάχρονου. Δεν υπήρχαν στεγανοποιημένοι χώροι, αλλά πολλά κουτάκια –τα οποία άλλαζαν διαστάσεις ανάλογα με τις συγκυρίες– τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τρόπο που ακόμα και σήμερα μου είναι απροσδιόριστος.
Είναι μοιραίο όταν μιλάμε για τα ινδάλματα που «έφυγαν», σε τελική ανάλυση, να μιλάμε για τον εαυτό μας και για ό,τι χάθηκε. Να μιλάμε δηλαδή για τον χρόνο και τις παράπλευρες απώλειες που κουβαλά. Αυτό αλληγορικά αποτυπώνεται στη σχέση τής, όλο ζωντάνια και κέφι, 20χρονης Μπε-Μπε με τον αριστοκράτη Κουρτ Γιούρκενς στην ταινία «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα». Η ματαιότητα μιας κατάκτησης, η αυταπάτη της επιβεβαίωσης, η φλόγα της νιότης, όλα αυτά ιδωμένα μέσα από τον φακό του Ροζέ Βαντίμ.
Χρονιάρες μέρες είπα να γράψω κάτι για την Μπε-Μπε μας.

