Εχοντας διανύσει το ένα τέταρτο του αιώνα, και παραμονή του νέου έτους, το μείζον θέμα της ποιότητας ζωής στην Αθήνα –αλλά και η προοπτική όσων θετικών γίνονται στην πόλη– αποτελεί ζήτημα καίριο, επιτακτικό, πολιτικό και μαζί οικονομικό, βαθιά κοινωνικό και ευρύτερα πολιτισμικό. Η συζήτηση πλέον έχει τρεις άξονες: την ανάπτυξη του κέντρου της πρωτεύουσας, τη βελτίωση της καθημερινότητας στις συνοικίες, τις παραμέτρους των νέων πόλων οικοδομικής δραστηριότητας που γεννούν νέα σημεία αναφοράς και ενδιαφέροντος.
Ηδη η Αθήνα μένει πίσω στον διεθνή διάλογο για το μέλλον των πόλεων, για τρεις επιπλέον λόγους: για την παντοκρατορία των αυτοκινήτων στην αντίληψη ζωής των Ελλήνων, για τα αραιά δρομολόγια των λεωφορείων και το μικρό δίκτυο του μετρό και για τη μικρή συμμετοχή των δημόσιων χώρων πρασίνου και αναψυχής στον χαρακτήρα της πόλης.
Θα προσέθετε κανείς τη μονομερή έμφαση στον τουρισμό (δηλαδή στην περιορισμένη και ζητούμενη ποικιλία οικονομικής και κοινωνικής ώσμωσης), καθώς και τα εξαιρετικά αργά αντανακλαστικά ως προς τη θεραπεία των σφαλμάτων του παρελθόντος.
Ο 21ος αιώνας με τα δικά του εργαλεία μπορεί να επιταχύνει σημαντικά τη θετική εξέλιξη της Αθήνας, που, όμως, παράλληλα δημιουργεί ανασταλτικά φαινόμενα, όπως νέα κοινωνικά και πολιτισμικά χάσματα. Νέες μορφές υπανάπτυξης αναδύονται κυρίως ως προς την ευκολότερη χειραγώγηση του πληθυσμού από κακόβουλα κέντρα διασποράς ψευδών ειδήσεων. Η πόλη μιας ορισμένης ευημερίας στηρίζεται στην προϋπόθεση να έχει όσο το δυνατόν περισσότερους κατοίκους ενημερωμένους και διαβασμένους. Είναι μια σημαντική πρόκληση παράλληλα με τα θέματα διαβίωσης και καθημερινότητας.
Η σημαντική καθυστέρηση της Αθήνας που τρέχει να προλάβει τον προηγμένο κόσμο με ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω οφείλεται εν μέρει και στη διαχρονική καθυστερημένη αντίληψη της σοβαρότητας της κατάστασης. Σταχυολογώ τίτλους από κύρια άρθρα της «Καθημερινής», τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που δείχνουν ότι η αγωνία για το μέλλον της πρωτεύουσας υπήρξε έντονη και τότε (όπως και μετά το 1930, όταν είχε ήδη διαφανεί πού πήγαινε η κατάσταση): «Οι… Απάτσι» (οι αυτοκαταστροφικοί Ελληνες, δηλαδή, 6.10.1978), «Ας ευχηθούμε…» (18.10.1979), «Ωρα αλήθειας και ευθύνης» (21.6.1980), «Πάλι τα διατηρητέα» (16.1.1981), «Επείγουσα ανάγκη» (17.6.1981).
Οσα γράφουμε σήμερα, έπρεπε να είχαν σχεδιαστεί χθες.

