Τα μπλόκα αγροτών σε κεντρικές οδικές αρτηρίες τις ημέρες των εορτών επιβεβαιώνουν ότι χρονίζοντα προβλήματα απαιτούν άμεση αναγνώριση, σοβαρές προτάσεις και αξιόπιστες πολιτικές για να λυθούν. Το ότι νέοι αγρότες φαίνεται να είναι πιο «ριζοσπάστες» από τους «παλιούς» δείχνει τι να περιμένουμε σε όλη την πολιτική σκηνή, όσο οι νέοι δεν μπορούν να αισιοδοξούν για το μέλλον.
Μέσα στην ταραχή, είναι χρήσιμο να διακρίνουμε όχι μόνο τα αρνητικά αλλά και τα θετικά της πολιτικής και της κοινωνίας μας. Επιμένοντας μόνο στα προβλήματα ή, από την άλλη, προσποιούμενοι ότι αυτά δεν υπάρχουν, απλώς συντηρούμε μια ατελείωτη αντιπαράθεση όπου μόνον οι πρωταγωνιστές αλλάζουν (ή αλλάζουν ρόλο), ενώ τα αναπόφευκτα αδιέξοδα αποτελούν αφορμή για βαθύτερη απογοήτευση και νέες συγκρούσεις.
Τεμαχίζοντας τη χώρα όποτε αποφασίζουν, οι αγρότες κάνουν ό,τι κάνει κάθε ομάδα που διεκδικεί προστασία ή προνόμια (ή, συχνά, την προστασία προνομίων), είτε είναι εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς, είτε ναυτικοί στην ακτοπλοΐα, είτε δημόσιοι υπάλληλοι. Θετικό είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες (η «κοινή γνώμη») αντιλαμβάνονται το δικαίωμα στην απεργία και στη διαμαρτυρία. Αρνητικό είναι ότι η ταλαιπωρία των πολλών και το κόστος στην ευρύτερη οικονομία σπανίως λογαριάζονται στα συν – πλην της αντιπαράθεσης, αντιθέτως με ό,τι αφορά άμεσα τους πρωταγωνιστές. Αυτό τροφοδοτεί μαξιμαλιστικές απαιτήσεις εκ του ασφαλούς (για να μην κατηγορηθούν για «ξεπούλημα» οι ηγέτες της όποιας κινητοποίησης), ενώ οι εκάστοτε κυβερνήσεις εναποθέτουν τις ελπίδες τους για λύση στην εξάντληση της λαϊκής ανοχής για τους διαμαρτυρόμενους. Ετσι, οι μεν πιέζουν πέρα απ’ ό,τι συμφέρει το σύνολο και (συνεπώς) τους ίδιους, ενώ οι κυβερνώντες, καθυστερώντας την όποια λύση, συμβάλλουν στην καχυποψία των πολιτών και στη γενικότερη αναστάτωση, με μεγαλύτερο κόστος για το σύνολο.
Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης και της δανεικής ευμάρειας διαμορφώθηκε μια κοινή αντίληψη για την ιερότητα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, χωρίς, όμως, την ίδια προσήλωση στον σεβασμό προς τους θεσμούς της δημοκρατίας. Εχουμε καλές αρχές, οι οποίες λειτουργούν ως πυξίδα της κοινής γνώμης, αλλά, στην πράξη, δυσκολευόμαστε να εξασφαλίσουμε την ομαλή συνύπαρξη. Μάθαμε να διεκδικούμε και να διαμαρτυρόμαστε, όχι να σεβόμαστε τους θεσμούς και τους κανόνες που όφειλαν να υπηρετούν το σύνολο των πολιτών. Πενήντα «και» χρόνια μετά την πτώση της τελευταίας δικτατορίας, και ακόμη πολλοί συμπεριφερόμαστε σαν να αντιστεκόμαστε σε αυτήν και όχι σε ένα πολίτευμα που –παρά την ανοχή στην ανικανότητα και στην πολιτική χειραγώγηση πολλών θεσμών– είναι το δικαιότερο που η χώρα γνώρισε.
Εάν πιστεύαμε ότι τα πράγματα μπορούσαν να αλλάξουν με μία ευχή, αυτή θα ήταν να χτιστεί εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών, ώστε μαζί και όχι διχασμένοι να απαιτήσουν ουσιαστικές λύσεις από τους πολιτικούς. Οι πρακτικές και οι νοοτροπίες του χθες δεν ανταποκρίνονται στις σημερινές δυσκολίες. Ας είμαστε καλά. Εχουμε μεγάλους αγώνες μπροστά.

