Στη χώρα μας η τελευταία ορατή συνταγματική αναθεώρηση έγινε το 2019. Υπάρχουν όμως και οι μη ορατές, εκείνες που συντελούνται μέσω της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι κανόνες της οποίας υπερισχύουν του εθνικού δικαίου. Η ενωσιακή υπεροχή δεν αφήνει αλώβητα τα συντάγματα. Η Ελλάδα το διαπίστωσε πρόσφατα στην υπόθεση των μη κρατικών πανεπιστημίων, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας χρειάστηκε να ξαναδιαβάσει το άρθρο 16 Σ έξω από τα όρια της γραμματικής του ερμηνείας. Οι συνταγματικές μετατοπίσεις που επιφέρει το δίκαιο της Ε.Ε. έχουν διττό ενδιαφέρον. Αφενός, περνούν συνήθως απαρατήρητες τη στιγμή που συντελούνται· τις αντιλαμβανόμαστε κατόπιν εορτής, όταν ο εφαρμοστής μιας εθνικής διάταξης καλείται να την εντάξει στις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Αφετέρου, δεν οδηγούν σε σαφείς ερμηνευτικές λύσεις. Οι ενωσιακοί κανόνες δεν εισέρχονται σαν ταύροι στο συνταγματικό υαλοπωλείο. Λειτουργούν περισσότερο ως εργαλείο νομικής διπλωματίας παρά ως πεδίο επιβολής του ενός συστήματος πάνω στο άλλο. Εάν όμως η αρμονική συνύπαρξη καταστεί αδύνατη, έχουν τον τελευταίο λόγο.
Το άρθρο 86 Σ για την ποινική ευθύνη των υπουργών δεν τυγχάνει διαφορετικής μεταχείρισης. Υφίσταται κι αυτό ανεπαίσθητες, έμμεσες αλλά κρίσιμες μεταλλάξεις μέσω Ευρώπης. Ενα άλλο άρθρο 86 –τι σύμπτωση(!)–, εκείνο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε., προέβλεψε την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως μορφή «ενισχυμένης συνεργασίας» μεταξύ των μελών της. Η xώρα μας επέλεξε να συμμετάσχει στο εγχείρημα, υπογράφοντας τον κανονισμό 2017/1939, ο οποίος συνέστησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θέσπισε το πλαίσιο λειτουργίας της. Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο συγκεκριμένος κανονισμός κατοικεί στο «ρετιρέ» της κανονιστικής πυραμίδας: ως μέρος του δικαίου της Eνωσης, υπερέχει συνολικά του εθνικού δικαίου. Ανακύπτει, έτσι, η ακόλουθη επικάλυψη με το δικό μας άρθρο 86 Σ. Σύμφωνα με το τελευταίο «(Μ)όνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη» για αδικήματα που διαπράττουν υπουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στην ειδικότερη περίπτωση, ωστόσο, που οι αξιόποινες πράξεις θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Eνωσης, ο κανονισμός 2017/1939 εγκαθιδρύει τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να επιλέγει αν θα αναλάβει η ίδια την υπόθεση, ασκώντας ευθέως τη δίωξη (άρθρο 27) ή θα κινηθεί μέσω των εθνικών αρχών. Αν τα ερευνώμενα πρόσωπα απολαμβάνουν «προνομίου ή ασυλίας βάσει του εθνικού δικαίου», η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα για την άρση του (άρθρο 29).
Eχουν γραφτεί αρκετά, μάλλον βεβιασμένα, για το τι μέλλει γενέσθαι σε υποθέσεις τις οποίες ερευνούν σήμερα οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς. Τα νερά είναι αχαρτογράφητα. Πυξίδα αποτελεί η θεμελιώδης ευρωπαϊκή αρχή της καλόπιστης συνεργασίας. Δεν βλέπω πιθανό –παρότι διαθέτει, όπως είδαμε, νομικά περιθώρια– η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να παρακάμψει τη Βουλή ασκώντας ευθέως δίωξη. Η πιθανότερη εκδοχή είναι να απευθυνθεί στο ελληνικό Κοινοβούλιο, συνδυάζοντας την ευχέρεια που της παρέχει ο κανονισμός με τις ειδικότερες διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος. Το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλει τότε στη Βουλή να εξετάσει τον φάκελο με τη δέουσα σοβαρότητα και όχι ως αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Εάν αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη θα χρειαστεί στέρεη νομική αιτιολογία, χωρίς να είναι σίγουρο ότι η ιστορία θα τελειώσει εκεί από τη σκοπιά του ευρωπαϊκού δικαίου. Τα νερά είναι αχαρτογράφητα, είπαμε.
Οι μέχρι στιγμής πανταχόθεν ημεδαποί χειρισμοί δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για το επίπεδο της θεσμικής μας ωριμότητας. Η σχέση του Συντάγματος με το ενωσιακό δίκαιο αντιμετωπίζεται διαχρονικά με αφόρητη ελαφρότητα. Η προσαρμογή του στις ευρωπαϊκές εξελίξεις ουδέποτε απασχόλησε σοβαρά τις προηγούμενες αναθεωρήσεις. Προσφέρεται συνήθως για συγκυριακές, ψευδοεπιστημονικές αντιπαραθέσεις με υποκρυπτόμενη πολιτική ατζέντα. Οσοι βιάζονται σήμερα να θέσουν εκποδών το –ομολογουμένως κακό– άρθρο 86 Σ με επιχειρήματα ευρωπαϊκού δικαίου, πριν από λίγο καιρό εξαπέλυαν μύδρους κατά του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν χρησιμοποίησε αντίστοιχα επιχειρήματα για να υπερβεί τις αγκυλώσεις του άρθρου 16 Σ.
Η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προσφέρει μια χρυσή ευκαιρία για να εφαρμοστεί το άρθρο 86 Σ με λιγότερο ευτελή τρόπο: όχι ως χονδροειδής ποινική κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Μέχρι να το αλλάξουμε –αυτό και μερικά άλλα– με μια σοβαρή και όσο το δυνατόν πιο συναινετική συνταγματική αναθεώρηση.
*Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή Αθηνών.

