Γίναμε για λίγο μια πολιτικά βαρετή χώρα μέσα σε έναν ωκεανό γενικευμένης παλαβωμάρας και μας φαίνεται παράξενο. Είναι άλλωστε μία από τις σπάνιες φορές που το «ελληνικό παράδοξο» λειτουργεί αντίστροφα σε σχέση με την υπόλοιπη Δύση.
Αναρωτιούνται κάποιοι, «μα ποιος ψηφίζει τη Ζωή;», ή «μα είναι δυνατόν να πάει τόσο ψηλά η Καρυστιανού;». Ξεχνούν προφανώς τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Για σκεφθείτε να είχαμε εδώ έναν πρωθυπουργό ο οποίος θα έγραφε κάτω από τα πορτρέτα των προκατόχων του ό,τι του κατέβαινε…, χαρακτηρίζοντας «βλάκα» τον έναν ή «άχρηστο» τον άλλον. Ή έναν πρωθυπουργό που θα άλλαζε σε μια ημέρα την ονομασία του αεροδρομίου της Αθήνας από «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε «Μητσοτάκης – Βενιζέλος». Σας ακούγεται παράξενο ή απίθανο; Δεν είναι, αν πάτε μια βόλτα μέχρι την Ουάσιγκτον και επισκεφθείτε τον Λευκό Οίκο ή το πάλαι ποτέ Kennedy Center, που έγινε Trump-Kennedy Center. Αυτά συμβαίνουν στις μέρες μας στην «πρωτεύουσα» της Δύσης και αν και πρωτοφανή, δεν ξαφνιάζουν πια κανέναν, είναι κομμάτι μιας νέας πολιτικής κανονικότητας. Οταν οι κανόνες της πολιτικής και της αποδεκτής συμπεριφοράς καταρρέουν με πάταγο παγκοσμίως, το απίθανο γίνεται εξαιρετικά πιθανό και εδώ.
Το πρόβλημα για μια χώρα σαν τη δική μας είναι ότι καταρρέουν μαζί με τα υπόλοιπα και άλλες βεβαιότητες. Θεωρούσαμε, για παράδειγμα, ότι αν συμβεί μια κρίση με την Τουρκία, η Ουάσιγκτον θα επενέβαινε σε ρόλο πυροσβέστη και θα απέτρεπε την κλιμάκωσή της, διατηρώντας ταυτόχρονα ίσες αποστάσεις στην ουσία των διαφορών μας. Τώρα δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ούτε για το αν θα επέμβει ούτε για το πόσο ίσες θα είναι οι αποστάσεις. Είχαμε όμως και μία ακόμη βεβαιότητα, ότι η Ε.Ε. θα ήταν το ασφαλές θεσμικό αγκυροβόλιο για μια χώρα που ήθελε να αφήσει πίσω τις περιπέτειες και τα ιστορικά ατυχήματα. Σήμερα η Ε.Ε. είναι όντως μια μεγάλη θεσμική και πολιτισμένη οικογένεια, αλλά χωρίς ηγεσία και με τεράστιες και έντονες ενδοοικογενειακές διαφωνίες. Δεν είναι βέβαιο ότι οι ράγες πάνω στις οποίες μας έβαλε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για να αποφύγουμε τους εκτροχιασμούς είναι το ίδιο ανθεκτικές σε σύγκριση με παλαιότερες εποχές. Οι δύο βασικοί πυλώνες «ασφάλειας» δεν είναι τόσο δεδομένοι ή στιβαροί.
Προς το παρόν, πάντως, έξω μας βλέπουν σαν ένα θετικό παράδοξο. Το αν θα θελήσουμε να τους διαψεύσουμε και να μπούμε σε νέες περιπέτειες θα φανεί μέσα στο 2026. Το πρόβλημα, βλέπετε, είναι ότι κατέρρευσε μαζί με τα άλλα και η βεβαιότητα που δημιουργούσε ο παραδοσιακός δικομματισμός στη μεταπολιτευτική περίοδο. Υποψήφιοι για να εκφράσουν τον θυμό και την απογοήτευση υπάρχουν πολλοί, υποψήφιοι που πείθουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν, ελάχιστοι.
Καθώς κλείνει το 2025 αντιλαμβανόμαστε όλοι τους κινδύνους ενός εξαιρετικά ασταθούς και απρόβλεπτου διεθνούς σκηνικού από τη μια και ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας που είναι πολύ θυμωμένο από την άλλη. Η ευθύνη είναι μεγάλη, κυρίως για τους κυβερνώντες που πρέπει να αποδείξουν μέσα σε δύσκολες συνθήκες ότι ακούν την κοινωνία και ότι δεν επαναπαύονται στο επιχείρημα «μα βλέπετε κανέναν άλλον που μπορεί να σας κυβερνήσει;». Η πρόσφατη εμπειρία, και όχι μόνο η ελληνική, δείχνει ότι ενίοτε οι κοινωνίες απαντούν σε αυτό το δίλημμα με τρόπο μη ορθολογικό.

