Η ανάγκη του κοινού οράματος

4' 31" χρόνος ανάγνωσης

Αναλογιζόμενοι τα ορθά για τον, επιτέλους, επανεξοπλισμό της Ελλάδας που έγραψε ο Αλέξης Παπαχελάς την προηγούμενη Κυριακή, με την ύψωση της γαλανόλευκης σημαίας στη φρεγάτα «Κίμων» του Πολεμικού Ναυτικού, δημιουργούνται αντανακλαστικές σκέψεις για την πατριωτική διάσταση της κοινωνίας που θα εκπροσωπήσουν και θα προστατέψουν οι ανανεωμένες ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις και για τη σχέση της κοινωνίας αυτής με τις ποιοτικότερες Ενοπλες Δυνάμεις.

Καθοριστικό στοιχείο στη δημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας ο πόλεμος και ο πατριωτισμός, ο οποίος οδήγησε, αναγκαστικά, τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις και παρατάξεις, ήδη από την ίδρυση του κράτους, σχεδόν διακόσια χρόνια πριν, να κινηθούν επί του βασικού δημόσιου συναισθήματος, του πατριωτισμού. Αισθήματος κυρίαρχου στην εκάστοτε κοινωνία, που αφορούσε στο βάθος την ύπαρξή μας και την αντοχή μας, ως χώρα και ως έθνος σε ασφαλή εδαφική και γεωγρα-φική διάσταση.

Συνδέθηκε και καλλιεργήθηκε το δημόσιο συναίσθημα του πατριωτισμού με την απαίτηση – ανάγκη επέκτασης των ελληνικών συνόρων προκειμένου να συμπεριληφθούν και να προστατευθούν στο ελληνικό κράτος οι ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το φαινόμενο συνοπτικά ονομάστηκε ελληνικός αλυτρωτισμός, στοιχείο καθοριστικό για την ταυτότητά μας. Το δημόσιο συναίσθημα αυτό, του πατριωτισμού, υπήρξε διαταξικό και κοινωνικά κυρίαρχο, προφανώς εγγενές αλλά και καλλιεργημένο διαχρονικά από την εκπαίδευση και από την Εκκλησία, και κύριο συναισθηματικό εργαλείο για την άσκηση εσωτερικής πολιτικής. Καλλιέργησε βαυκαλισμούς, λαϊκισμούς, κακή χρήση από πολιτικές ηγεσίες, αλλά έφτιαξε όραμα, έπεισε ανθρώπους να πολεμήσουν και πολλοί να σκοτωθούν, έπεισε αθρόους Ελληνες μετανάστες από τις ΗΠΑ να έρθουν το 1912, για να πολεμήσουν και πολλοί να θαφτούν στα χώματα της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Υπήρξε η κυρίαρχη λαϊκή ιδεολογία.

Τόσο ισχυρή ιδεολογία που οι καταγγελίες των διχαστικών περιόδων βασίστηκαν στο πόσο πατριωτική είναι η κάθε παράταξη ή, χειρότερα, πόσο ελληνική είναι. Ασχέτως του οικειοτάτου μας προβλήματος που μας χαρακτηρίζει, του ευκολότατου αισθήματος διχασμού, που σπάνια δεν υπήρχε, το σύνολο της κοινωνίας υποστήριζε με έμφαση και με ένταση τη στήριξη της ύπαρξης ως κράτος και ως έθνος.

Οι πολιτικές και πολιτειακές ηγεσίες μας παρότρυναν την ανάπτυξη του πατριωτισμού και την πολεμική του εφαρμογή, άλλοτε με ερασιτεχνισμό και παρόρμηση, με καταστροφικά και απογοητευτικά αποτελέσματα, όπως στον «ατυχή» πόλεμο του 1897, και άλλοτε με σπουδαία αποτελέσματα για τη διαμόρφωση της Ελλάδας, χάρη στον επαγγελματισμό και στον πατριωτισμό του Ελευθερίου Βενιζέλου στα χρόνια που ήταν στην κυβέρνηση, κατά τη δεκαετία 1912-1922.

Εκείνη η πρώτη ελληνική πολεμική δεκαετία 1912-1922 διαμόρφωσε εδαφικά την Ελλάδα που ξέρουμε σήμερα και διαμόρφωσε την ελληνική κοινωνία με ντόπιους και πρόσφυγες, με την οποία πορευθήκαμε στον 20ό αιώνα. Πυρ και σίδερο κυρίαρχο στα χρόνια εκείνα από τους Βαλκανικούς έως τον ξεριζωμό Μικρασιατών, Ποντίων και Ανατολικοθρακών.

Ο πατριωτισμός υπήρξε αίσθημα κυρίαρχο στην εκάστοτε κοινωνία, το οποίο αφορούσε στο βάθος την ύπαρξή μας και την αντοχή μας, ως χώρα και ως έθνος σε ασφαλή εδαφική και γεωγραφική διάσταση.

Η άλλη πολεμική μας δεκαετία, 1940-1949, ξεκίνησε με το έπος στα βουνά της Πίνδου, την Κατοχή, τη Μέση Ανατολή και κατέληξε καταστροφικά στον Δεκέμβριο του 1944 και στον διαλυτικό Εμφύλιο. Η νίκη του αστικού κόσμου μονοπωλήθηκε από τον θρόνο και την οικεία του παράταξη, καλλιεργώντας απολύτως καταστροφικές συνθήκες εσωτερικού πολιτικού πολέμου και στην ειρήνη. Ο στρατός, υπό τις ευλογίες του θρόνου, κανοναρχούσε τον φόβο και τις δημόσιες αξίες. Παρών όμως ο πατριωτισμός σαν τη μόνη ίσως κοινή μας ταυτότητα, που εκδηλώθηκε στις εντονότατες διαδηλώσεις για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα κατά την περίοδο του 1955. Η δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας γίνεται σεβαστή ως ολοκλήρωση του κυπριακού ζητήματος, επί της ουσίας μόνον από τον πραγματισμό του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Από το 1964 έως την κυπριακή τραγωδία το 1974, πολιτικά λάθη, άγνοια των διεθνών ισορροπιών, εγκληματική αφέλεια και ο καταστροφικός χουντικός παράγοντας οδήγησαν στη χειρότερη δυνατή χρήση για το έθνος μας, του αλυτρωτισμού.

Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης βγάζει από την ταυτότητά της την ντροπή για την καταστροφή της Κύπρου και τις ελλαδικές ευθύνες και ενοχές και πορεύεται οργανώνοντας την εξωτερική ασφάλεια και την εσωτερική δημοκρατία καλύτερα από ποτέ. Ο πατριωτισμός μας πορεύεται ικανοποιητικά, χωρίς ευτυχώς ποταμούς αίματος. Εκτοτε, η αίσθηση της καταναλωτικότητας, η διαφθορά στη λειτουργία του πελατειακού κράτους και η απουσία κρατικής προσπάθειας να ανανεωθούν οι λόγοι που οφείλουμε να αγαπάμε αυθόρμητα την πατρίδα μας, βρίσκουν την κοινωνία μας εντελώς απροετοίμαστη για τον σεισμό διαρκείας της δεκαετίας 2012-2022. Η οικονομική κρίση και μετά η επιδημία του κορωνοϊού ακυρώνουν την έστω επίπλαστη σύνδεση των πολιτών με το κράτος, η μείωση μισθών, η απώλεια οικιών, η πτώχευση, η φτώχεια, ακόμη και η πείνα, παρότι δεν αφορά όλους, ακυρώνουν την αίσθηση της κοινής ευθύνης. Η επιδημία μάς κλείνει στα σπίτια μας και όποιο προσωπικό και οικογενειακό πρόβλημα είχε ως ταμπού κρυφτεί κάτω από το χαλί αναδεικνύεται και διαμορφώνει ψυχοπαθολογίες προσωπικών και κοινωνικών αδιεξόδων που φτάνουν και σε εκρήξεις ανθρωποκτόνου βίας.

Οσες οικογένειες άντεξαν το οφείλουν στους ισχυρούς εσωτερικούς τους κώδικες και στην αισιοδοξία που αναγκάστηκαν να καλλιεργήσουν, κάτι σαν τον πατριωτισμό που χρειαζόμαστε. Δεν άντεξαν λόγω επιδομάτων. Πάντοτε οι φτωχοί ή οι έχοντες ανάγκη στρατεύονται στα οράματα, είτε αυτά είναι η προκοπή του παιδιού τους είτε είναι η αντοχή της Ελλάδας.

Οι νέες Ενοπλες Δυνάμεις μας θα στελεχωθούν από ανθρώπους που πρέπει να «λένε καλημέρα» μεταξύ τους γιατί τους ενώνει ένα κοινό όραμα και όχι μια κοινή μοίρα που συχνά οικτίρουν.

Η στεγνή οικονομίστικη λειτουργία του κράτους αγνοεί την ανάγκη ειλικρινούς κοινού πολιτισμικού – εθνικού οράματος και οδηγεί στην απαξίωση του κράτους μας από εμάς τους ίδιους. Του κράτους μας, του μόνου επιτεύγματος που συμφωνούμε όλοι ότι υπήρξε ό,τι σπουδαιότερο φτιάξαμε μετά το 1821.

*Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT