Το ληγμένο συμβόλαιο του κέντρου με την περιφέρεια

Το ληγμένο συμβόλαιο του κέντρου με την περιφέρεια

3' 19" χρόνος ανάγνωσης

Οποιος έχει ταξιδέψει στα παράλια της Μικράς Ασίας θα έχει ίσως γοητευθεί από την ποικιλομορφία της αγροτικής καλλιέργειας. Μέσα σε λίγα χιλιόμετρα βλέπει ελαιώνες, αμπέλια, εσπεριδοειδή, θερμοκήπια, μικρές μεικτές καλλιέργειες δίπλα σε εντατικές εκμεταλλεύσεις· ένα μωσαϊκό προϊόντων και τοπίων. Κάπως έτσι θα έμοιαζε και η ευρωπαϊκή ύπαιθρος χωρίς την Κοινή Αγροτική Πολιτική: λιγότερο εξορθολογισμένη, αλλά και λιγότερο ομοιόμορφη.

Η ΚΑΠ δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα σύστημα επιδοτήσεων. Υπήρξε ένας μηχανισμός μέσω του οποίου το κράτος –και αργότερα η Ευρώπη– ανέλαβε να απορροφά μέρος της αβεβαιότητας που παράγουν η φύση και οι αγορές. Με αυτή την έννοια, συμπύκνωσε μια διαμάχη σχεδόν τόσο μακρόχρονη όσο και η ίδια η διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης των ευρωπαϊκών κρατών. Οπως και η εθνική οικοδόμηση, έτσι και η αγροτική πολιτική βασίστηκε σε έναν μηχανισμό πολιτικής ενσωμάτωσης από τα πάνω προς τα κάτω: το κέντρο επέβαλε κανόνες, θεσμούς και ομογενοποίηση, αλλά σε αντάλλαγμα παρείχε προστασία, σταθερότητα και εισοδηματική ασφάλεια. Η διαιρετική τομή κέντρου – περιφέρειας κατέληξε λιγότερο στη μετωπική σύγκρουση και περισσότερο στην ενσωμάτωση μέσω ανταλλαγμάτων.

Αυτή η σχέση δεν ήταν ισότιμη, αλλά λειτουργική. Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη αναλογία: οι αγρότες είναι για τον καπιταλισμό ό,τι υπήρξαν οι Καταλανοί, οι Βάσκοι ή οι Φλαμανδοί για την εθνική ολοκλήρωση. Οχι οι πρωταγωνιστές της ένταξης, αλλά εκείνοι που δεν ενσωματώθηκαν πλήρως. Για δεκαετίες, ιδίως στον ευρωπαϊκό Νότο, οι αγρότες δεν κοινωνικοποιήθηκαν ως καθαροί επιχειρηματίες της αγοράς. Το ρίσκο της σοδειάς δεν αντιμετωπιζόταν ως ατομική αποτυχία, αλλά ως συλλογικό πρόβλημα. Οι απώλειες «εξαργυρώνονταν» με αποζημιώσεις, παρεμβάσεις και εξαιρέσεις. Οχι επειδή οι αγρότες αγνοούσαν την αγορά, αλλά επειδή η ίδια η αγορά δεν θεωρούνταν κατάλληλος μηχανισμός για να διαχειριστεί την αγροτική αβεβαιότητα. Η ΚΑΠ υπήρξε η θεσμική έκφραση αυτής της λογικής.

Σήμερα, αυτό το άτυπο συμβόλαιο μοιάζει να έχει σπάσει. Οι κανόνες παραμένουν –και συχνά αυστηροποιούνται–, αλλά το αντάλλαγμα αποδυναμώνεται. Η ΚΑΠ λειτουργεί όλο και περισσότερο ως τεχνικό πλαίσιο συμμόρφωσης, ενώ το κράτος ζητάει προσαρμογή χωρίς να εγγυάται βιωσιμότητα.

Το τρακτέρ στο Σύνταγμα ή στις Βρυξέλλες υπενθυμίζει ότι οι κανόνες χαράσσονται αλλού, ενώ το κόστος βιώνεται εδώ.

Οταν ένα τέτοιο συμβόλαιο σπάει, η δυσαρέσκεια δεν μένει τεχνοκρατική – γίνεται πολιτική. Το δείχνει καθαρά και η μελέτη της Catherine de Vries και των συνεργατών της για την Απουλία και την ασθένεια των ελαιόδεντρων, τη Xylella. Εκεί όπου προϋπήρχε αίσθηση περιφερειακής εγκατάλειψης, η αγροτική καταστροφή ερμηνεύτηκε όχι ως ατυχία, αλλά ως απόδειξη αδιαφορίας ή σκοπιμότητας των ελίτ. Τροφοδότησε θεωρίες συνωμοσίας και συνοδεύτηκε από ενίσχυση της άκρας Δεξιάς. Αντίθετα, σε κοινότητες εξίσου πληγείσες, αλλά χωρίς τέτοιο υπόστρωμα εγκατάλειψης, οι ίδιες αφηγήσεις εμφανίστηκαν πρόσκαιρα και ξεφούσκωσαν. Δεν ήταν το καθαυτό σοκ που παρήγαγε τον ριζοσπαστισμό, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύτηκε.

Σε αυτό το φόντο, οι συμβολισμοί αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Οι αγρότες είναι συχνά πράγματι πιεσμένοι, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν ένα εξαιρετικά ισχυρό ρεπερτόριο πίεσης. Το τρακτέρ στο Σύνταγμα ή στις Βρυξέλλες λειτουργεί ως σύμβολο «αυθεντικής παραγωγής» – ως υλική ενσάρκωση μιας ζωής «κοντά στη γη», μακριά από γραφεία, τεχνοκρατία και αφηρημένους κανόνες. Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί εύκολα να τροφοδοτήσει λαϊκιστικές αφηγήσεις: όπως και οι πολιτικοί που υιοθετούν σκόπιμα ωμό, αντισυμβατικό λόγο και ανταμείβονται γι’ αυτό με ένα μπόνους «γνησιότητας», έτσι και το τρακτέρ λειτουργεί ως απόδειξη αυθεντικότητας. Δεν είναι απλώς μέσο πίεσης· είναι ηθικό επιχείρημα.

Είναι όμως και κάτι άλλο: σύμβολο απόστασης. Είναι η περιφέρεια που εισβάλλει στο κέντρο φέρνοντας μαζί της τα μέσα παραγωγής της – κάτι που καμία άλλη κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να κάνει. Το τρακτέρ στο Σύνταγμα ή στις Βρυξέλλες σηματοδοτεί την άφιξη ενός κόσμου σε έναν χώρο που δεν του ανήκει πολιτισμικά, αλλά από τον οποίο εξαρτάται πολιτικά. Υπενθυμίζει ότι οι κανόνες χαράσσονται αλλού, ενώ το κόστος βιώνεται εδώ. Με αυτή την έννοια, το αγροτικό ζήτημα δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής οικονομίας. Είναι ζήτημα αναγνώρισης.

Οι περιοδικά επαναλαμβανόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις μάς υπενθυμίζουν, σε μικρογραφία, ό,τι κατά καιρούς μας έχουν δείξει και οι εθνικές περιφέρειες: ό,τι μένει ημιτελές δεν εξαφανίζεται. Επιστρέφει – συνήθως με θόρυβο.

*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT