Τα τελευταία έξι χρόνια η Κυβέρνηση στόχευσε με επιτυχία στην ανάταξη της οικονομίας προς μια κανονικότητα, μετά τα πολύ δύσκολα χρόνια της χρεοκοπίας. Ολοι σχεδόν οι οικονομικοί δείκτες έχουν πλέον θετική εξέλιξη (ανεργία, ανάπτυξη, επενδύσεις, εξαγωγές, πλεόνασμα προϋπολογισμού, χρέος, ευχέρεια δανεισμού), όπως διθυραμβικά επισημαίνουν σχεδόν όλοι οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται σήμερα ως επιτυχής χώρα και παράδειγμα προς μίμηση, από χώρα παρίας πριν μόλις λίγα χρόνια.
Πρόσφατα το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό για τα έτη 2026-2029. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία που παρουσίασε ο Υπουργός Οικονομικών, η επενδυτική δραστηριότητα μετά την διαφαινόμενη αλματώδη αύξηση του 2026 στο 10,2%, προβλέπεται να υποχωρήσει στο 4,1% το 2027 και να μειωθεί κατακόρυφα στο 1% το 2028 και το 2029. Αντίστοιχα, η ανάπτυξη από 2,2% φέτος, προβλέπεται στο 2,4% το 2026 και στο 1,7% το 2027, στο 1,6% το 2028 και στο 1,3% το 2029. Οι σημαντικές αυτές μειώσεις αποδίδονται στην προγραμματισμένη περάτωση των χρηματοδοτικών ενισχύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας τον Αύγουστο του 2026. Ή ελληνική οικονομία επομένως θα κληθεί το 2027 να διατηρήσει το οικονομικό και επενδυτικό της σφρίγος δίχως πλέον την ιδιαίτερη ευρωπαϊκή στήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης και βέβαια με τα συγγνωστά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας, και το επιδεινούμενο δημογραφικό.
Το 2027 σε χρονιά εκλογών η χώρα θα αντιμετωπίσει τον δυνατό και συγχρόνως αδύναμο εαυτό της. Θα κληθεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της στον διεθνή ανταγωνισμό ώστε να διατηρήσει και να βελτιώσει τα επιτεύγματα της τελευταίας εξαετίας, δίχως όμως το ευρωπαϊκό σωσίβιο. Θα κληθεί να αλλάξει πολύ ταχύτερα το παραγωγικό της μοντέλο, αναπτύσσοντας δραστηριότητες που απαιτούν σύγχρονη τεχνολογική γνώση, δεξιότητες εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης και της διαδικτυακής λειτουργίας κράτους και οικονομίας, τις τεχνολογίες της πράσινης πρωτογενούς παραγωγής και αγροτοβιομηχανίας, την νέα νανο-βιοτεχνολογία στην υγεία και στην αγροτοκτηνοτροφία και τις νεοεισερχόμες αμυντικές τεχνολογίες. Η χώρα θα χρειαστεί επομένως ταχύτατα ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα, προσανατολισμένο στην καινοτομία παντού, στην διεπιστημονική γνώση, στην ευελιξία και προσαρμοστικότητα που επιβάλει η σύγχρονη οικονομία.
Ο Πρωθυπουργός φαίνεται ότι έχει πλήρη συνείδηση αυτών των προκλήσεων που έχει μπροστά της η χώρα μετά το 2027 και προτεραιοποιεί πλέον τον εκσυγχρονισμό της επιστημονικής έρευνας και της καινοτομίας και την ενίσχυση της ανώτατης εκπαίδευσης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτές, εξαγγέλλοντας ομάδα εργασίας στην οποία συμμετέχω για τον σχεδιασμό και την οργάνωση ενός σύγχρονου, νέου υπουργείου Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Καινοτομίας. Οι προκλήσεις της οικονομίας μετά το 2027 καθιστούν το νέο υπουργείο εκ των ων ου άνευ συνθήκη επιβίωσης και ευημερίας, γιατί θα βάλει τις βάσεις για μια σύγχρονη, αυτοδύναμη νέα παραγωγική οικονομία και θα μεταβάλει την χώρα με την επιτυχή του ανάπτυξη σε πραγματικά ελκυστική για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων επιστημόνων της διασποράς αλλά και εργατών και επιστημόνων άλλων χωρών που θα έρθουν να εργαστούν εδώ. Είναι περιττή η επισήμανση πόσο σημαντική είναι αυτή η προοπτική για μια χώρα δημογραφικά φθίνουσα. Οι σημαντικοί πολιτικοί ανεξάρτητα κομμάτων που μπορούν να διαβάσουν τα μηνύματα του 2027 με προτεραιότητα την χώρα και όχι το κομματικό συμφέρον οφείλουν να βάλουν πλάτη για την επιτυχία του εγχειρήματος. Το ότι δεν είναι σήμερα στην εξουσία δεν τους απαλλάσσει από τις πατριωτικές ευθύνες τους για το μέλλον της.
*Ο κ. Αχιλλέας Γραβάνης είναι καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης, συνιδρυτής των spinoff εταιρειών βιοτεχνολογίας BioNature και ReNeuroCell Therapeutics.
