Πρόκειται για ένα street party, κοινώς για μια συγκέντρωση ατόμων τα οποία υπό τους ήχους μουσικής πηγαίνουν πέρα-δώθε, φαινόμενο το οποίο το αποκαλούμε τρελή διασκέδαση, οργιαστική για τους πιο συντηρητικούς. Αυτή η συγκέντρωση διεξάγεται σε πλατείες και επειδή στις πλατείες μας συνήθως υπάρχουν εκκλησίες, λαμβάνει χώρα μπροστά στις εκκλησίες. Εννοείται ότι αυτές οι συγκεντρώσεις διαφέρουν από τις συνήθεις εμποροπανηγύρεις προς τιμήν του τιμώμενου αγίου. Διαφέρουν από τις πανηγύρεις ως προς το είδος της μουσικής που παρασύρει το πλήθος, η οποία είθισται να είναι ελληνοπρεπής και τους καλοκαιρινούς μήνες το ρεπερτόριό της να συντίθεται από «νησιώτικα». Στο street party δεν ακούγονται νησιώτικα, περιφρονούνται σκανδαλωδώς τα κλαρίνα, προς χάριν του είδους που ονομάζεται rave. Το επίμαχο πάρτι προκάλεσε μεγάλη δημόσια συζήτηση ιδεολογικού και θεολογικού ενδιαφέροντος διότι όχι μόνον διεξήχθη σε πλατεία μπροστά στην εκκλησία, αλλά τα φωτορυθμικά ήταν εγκατεστημένα στην είσοδο του ιερού ναού, οι δε κονσόλες των ηχητικών, στα σκαλιά. Κοινώς υπήρξε βεβήλωση της ιερότητας του χώρου, αφού τα σκαλοπάτια είναι μέρος του ναού ενώ η πλατεία είναι πλατεία σκέτη. Στο Βυζάντιο, κάτι τέτοια μπορεί να γίνονταν αφορμή για αλλαγή αυτοκρατορικής δυναστείας. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, το γεγονός αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης ανάμεσα στον υπουργό κ. Πλεύρη και στον Δούκα των Αθηνών. Το δε κοινό, αυτομάτως χωρίστηκε σε δύο ομάδες, στους προοδευτικούς που υποστήριξαν το πάρτι –ας τους πούμε «πράσινους»– και στους συντηρητικούς που το θεώρησαν βέβηλο, άρα καταδικαστέο – ας τους ονομάσουμε «βένετους». Σημειωτέον ότι το πάρτι είχε τελειώσει στις 11 μ.μ., κοινώς ακολούθησε ωράριο προεκλογικής συγκέντρωσης όχι ιδιαιτέρως επιτυχημένης.
Διαξιφισμοί, διαγωνισμός εξυπνάδας ανάμεσα στους αντιπάλους, η σοβαροφάνεια στα ύψη, από πίσω και τα Μέσα. Δεν ξέρω ποιοι νοιάζονται για τη σύγκρουση που προκάλεσε το πάρτι ανάμεσα στους δύο πολιτικούς άνδρες. Οι μόνοι, υποθέτω, είναι όσοι έχουν βαρεθεί να βλέπουν παρατεταγμένα τρακτέρ και να ακούν για ανοιχτές και κλειστές λωρίδες κυκλοφορίας. Κι αυτοί όμως μάλλον θα απογοητεύθηκαν ανυπομονώντας πότε θα ξαναλειτουργήσει η επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ για να ακούσουν την κ. Ζωή. Θα μου πείτε, για ποιο λόγο ασχολούμαι με ένα τέτοιο, μάλλον ανύπαρκτο, θέμα. Το κάνω επειδή από κάτι τέτοια αντιλαμβανόμαστε πόσο ελάχιστη σημασία έχουν οι μεγάλες λέξεις που χρησιμοποιούμε στον δημόσιο βίο. Για να αντιληφθούμε ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε προοδευτικούς και συντηρητικούς δεν σημαίνει τίποτε παραπάνω από την τοποθέτηση των φωτορυθμικών σε ένα πάρτι. Κοινώς να συνειδητοποιήσουμε σε ποιους λόγους οφείλεται η αφόρητη πλήξη της δημόσιας ζωής μας.

