Λήγει ο χρόνος σε ένα γενικευμένο κλίμα αβεβαιότητας. Ενώ διεθνώς συντελούνται κοσμογονικές αλλαγές, η χώρα μας θα μπορούσε να είναι νησί σταθερότητας και ευημερίας. Εδώ δεν μας διχάζουν μεγάλα ιδεολογικά ζητήματα, ούτε ήμασταν –τα τελευταία 40-50 χρόνια– χώρα με μεγάλες ανισότητες όπως βλέπουμε να μαστίζουν τόσες άλλες. Παρά τα θετικά που ακολούθησαν τη λύση σοβαρών ζητημάτων της πολιτείας μετά το 1974, κυριαρχεί ένας κοινωνικός αυτοματισμός όπου η αγαπημένη λύση είναι να κατηγορούμε αλλήλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να βρίσκεται στο απυρόβλητο όποιος ευθύνεται για νέα προβλήματα ή για τη μη λύση παλαιότερων. Ομως, όταν σπεύδουμε να «αξιοποιήσουμε» τον θυμό –τον δικό μας ή άλλων– για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο όπως μας βολεύει, δεν κατανοούμε την ουσία των προκλήσεων. Ετσι, συχνά βρισκόμαστε αναστατωμένοι, θυμωμένοι και απαισιόδοξοι.
Ας ελπίσουμε πως το ερχόμενο έτος θα καταλάβουμε ότι δεν μας μένει άλλος χρόνος για σπατάλη.
Η αβεβαιότητα είναι κομμάτι της ζωής, της εξέλιξης του ατόμου και της κοινωνίας. Στον μικρόκοσμό μας, είναι σαφές ότι βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο. Η πολιτική σκηνή δεν αντεπεξέρχεται στις ανάγκες της εποχής, όπου παλιά σχήματα, παλιές συνταγές και τα γνωστά κλισέ της αντιπαράθεσης δεν συγκινούν πολλούς. Γι’ αυτό, η κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη δεν έχει αντίπαλο στην πολιτική αρένα, αλλά ούτε μπορεί να ξεφύγει από ένα ποσοστό που μαρτυρεί γενικευμένη δυσαρέσκεια των πολιτών. Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός όσων πιστεύουν πως η χώρα κινείται «σε λάθος κατεύθυνση» δεν μεταφράζεται σε στήριξη για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Το κενό αυτό φιλοδοξούν να καλύψουν οι κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού (και άλλων), προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη ρευστότητα στο πολιτικό σύστημα. Για να εκτιμήσουμε πώς θα διαμορφώνεται το σκηνικό έως τις εκλογές, χρήσιμο είναι να δούμε πώς θα εμφανίζονται οι πολιτικές δυνάμεις –υπαρκτές, εκκολαπτόμενες και φαντασιακές– στα κοινωνικά μέσα και όχι τόσο στις δημοσκοπήσεις. Πάντως, εάν το 2026 συνεχιστεί αυτή η ασάφεια, η κυβέρνηση θα φαίνεται ότι εξακολουθεί να μην έχει αντίπαλο, αλλά ουδείς θα γνωρίζει τι γίνεται κάτω από την επιφάνεια, και τι θα προκύψει έως τις εκλογές.
Ουσιαστικός αντίπαλος της κυβέρνησης είναι τα προβλήματα που δεν έλυσε, αυτά που οι μέθοδοί της επιδείνωσαν και νέα προβλήματα που είτε εισάγονται είτε είναι προϊόντα χρόνιας αδιαφορίας ή ατολμίας. Ο ξεσηκωμός των αγροτών, το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, μεταξύ άλλων, συνδυάζουν όλα αυτά τα δεδομένα. Και, καθώς βαίνουμε προς νέο έτος, βλέπουμε ότι και εδώ, και στην τραγωδία των Τεμπών, κυριαρχούν οι αυτοματισμοί, όπου αντί να δούμε το πρόβλημα, μάς απασχολεί το ποιος φταίει, αναλόγως της πλευράς στην οποία ήδη βρισκόμαστε. Σαν να μην αναζητούμε λύσεις, σαν να είναι όλα αρκετά καλά ή αδιόρθωτα στραβά, με βάση μόνο εάν ευθύνεται η δική μας πλευρά ή η «άλλη». Ας ελπίσουμε πως το ερχόμενο έτος θα καταλάβουμε ότι δεν μας μένει άλλος χρόνος για σπατάλη.

