Υπήρχε στη δημόσια τηλεόραση, στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, μια εκπομπή-υπόδειγμα με τίτλο «Εξιστορείν και ιστορείν» με οικοδεσπότη τον Γιάννη Τζαννετάκο.
Σε αυτήν προσκεκλημένος ήταν πριν από περίπου είκοσι χρόνια ο Μάνος Ελευθερίου, μια πολυσχιδής πνευματική προσωπικότητα που τιμήθηκε και με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (2005). Ο Μάνος Ελευθερίου είχε συγγράψει το μυθιστόρημα «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές» με ηρωίδα την τραγωδό Ελένη Παπαδάκη.
Το αντικείμενο αυτού του κειμένου δεν είναι η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη από τους ΕΛΑΣίτες, αλλά η ίδια η συζήτηση του Μάνου Ελευθερίου με τον Γιάννη Τζαννετάκο.
Ηταν μια εποχή που το Διαδίκτυο μόλις είχε αρχίσει να μπαίνει στη ζωή μας, άρα ο δημόσιος λόγος κρατούσε ακόμη το ήθος του και την ευπρέπειά του και φωνές σαν των δύο συζητητών δεν αποτελούσαν τις εξαιρέσεις. Σήμερα, βλέποντας και πάλι τη συγκεκριμένη εκπομπή, εύκολα γίνεται αντιληπτή η έκπτωση αυτού που αποκαλούμε δημόσιο λόγο, καθώς οι ομιλούντες πολλές φορές αγνοούν και τον στοιχειώδη συντακτικό κανόνα, υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο.
Ο ψύχραιμα αρθρωμένος λόγος έχει αντικατασταθεί από την κραυγή, το επιφώνημα, τη σύγχρονη μιντιακή ιδιόλεκτο που είναι περίπου γλώσσα.
Και είναι απολύτως λογικό, στον βαθμό που το επιχείρημα, άρα ο ψύχραιμα αρθρωμένος λόγος, έχει αντικατασταθεί από την κραυγή, το επιφώνημα, τη σύγχρονη μιντιακή ιδιόλεκτο που είναι περίπου γλώσσα.
Σε αυτήν την εκπομπή ο Μάνος Ελευθερίου, με ύφος όπως πάντα γαληνεμένο, μιλούσε για μια εποχή μίσους και παθών, χωρίς επικολυρικές εκφράσεις, αποτέλεσμα συναισθηματικής φόρτισης. Με την ψυχραιμία του μακρόθεν παρατηρητή, αναφερόμενος στη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη, τη χαρακτήρισε ανθρωποθυσία μιας εποχής. Η ίδια, ανυποψίαστη, αγνοούσε τι χθόνιες δυνάμεις απελευθερώνονται όταν ο επαγγελματικός φθόνος συναντιέται με το ταξικό μίσος. Με απλά λόγια, δεν ήξερε πού είχε μπλέξει, το ποιόν των ανθρώπων που την κυνηγούσαν. Αν άκουγε τις συμβουλές των υποψιασμένων φίλων της θα είχε γλιτώσει, όμως η αστική αξιοπρέπειά της δεν της επέτρεψε να κρυφτεί.
Ο Μάνος Ελευθερίου εξηγεί γιατί επέλεξε τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος και γιατί προσέφυγε στη χρήση ψευδωνύμων για όσους συμμετείχαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο έγκλημα. Ακόμα και την ηρωίδα του την αποκαλεί «η Καλλιτέχνις», χωρίς καμιά αναφορά στο όνομά της. Ηθελε να πλάσει το έργο του σύμφωνα με την αισθητική του και το ήθος του, μακριά από τις αυστηρές δεσμεύσεις της ιστορικής ματιάς. Και για τους δολοφόνους φάνηκε μεγάθυμος.
Αναλογιζόμενος πως θα είχαν αφήσει παιδιά και εγγόνια τα οποία θα ήταν άδικο να κουβαλούν σε όλη τους τη ζωή το στίγμα των προγόνων τους, παράφρασε τα ονόματά τους.
Μια συζήτηση επιπέδου θέλει δύο. Και ο Γιάννης Τζαννετάκος, σεβόμενος τον ρόλο τόσο του καλεσμένου του όσο και τον δικό του, άφηνε τον συνομιλητή του στη ροή του λόγου του. Λίγες και ουσιαστικές οι παρεμβάσεις του, δείγμα μιας εποχής που έφυγε.

