Το γεγονός ότι ο όρος rage bait (δόλωμα οργής) αναγορεύτηκε σε λέξη της χρονιάς από το Λεξικό της Οξφόρδης έχει το ενδιαφέρον του. Κατ’ αρχάς, βλέπουμε ότι πολύ συχνά οι νέες λέξεις που κερδίζουν τον σχετικό τίτλο είναι όροι που συνοδεύουν την τεχνολογικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Και μάλιστα είναι νέοι όροι, που μάλλον έρχονται να ασκήσουν –εμμέσως πλην σαφώς– κριτική σε αυτή την εξέλιξη (πέρυσι είχε κερδίσει η λέξη brain rot, που δηλώνει την έντονη ανησυχία για την επίδραση του συνεχούς και ευτελούς scrolling). Εντούτοις, έχει ενδιαφέρον ότι το νέο μας λεξιλόγιο προκύπτει κατά βάσιν από την τεχνολογική διάσταση του βίου μας, η οποία όλο και λιγότερο μπορεί να διαχωριστεί από την απλώς «ανθρώπινη».
Επιπροσθέτως, η αναγνώριση του rage bait έρχεται να μας υπενθυμίσει δύο αλληλένδετα δεδομένα. Πρώτον, ότι οι τεχνικές προσέλκυσης και εμπλοκής του χρήστη στη σύγχρονη πραγματικότητα των social media και της αλγοριθμικής εξατομίκευσης δεν γνωρίζουν ηθικούς κανόνες. Η επιδίωξη της viral δημοφιλίας (και ενίοτε του οικονομικού κέρδους) ενός post δεν διέπεται από κάποιον δεοντολογικό κώδικα, αντιθέτως, συχνά είτε παίζει με τα όρια της αληθοφάνειας και της παραπληροφόρησης είτε απλώς παρακινεί τις θυμικές αντιδράσεις, αυτές που εγγυώνται τη μεγαλύτερη συναισθηματική επένδυση των αναγνωστών του. Δεύτερον, η συνθήκη των παράλληλων κόσμων που διαμορφώνουν τα social media, τα δωμάτια αντήχησης των ιδεολογικών μας απόψεων, οδηγούν σε έναν νεότευκτο κοινοτισμό. Το γεγονός ότι συχνά πληροφορούμαστε και ψυχαγωγούμαστε μέσα σε μια «φούσκα» που φέρει τις δικές μας προτιμήσεις – κρίσεις, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές δεν είναι και οι προτιμήσεις – κρίσεις όλου του κοινωνικού συνόλου, είναι η ιδανική συνθήκη πρόκλησης μεγάλης έκπληξης και θυμού όταν με κάποιο τρόπο έρθουμε σε επαφή με την «άλλη» άποψη.
H ρητορική μίσους –που λανθασμένα ταυτίζεται μόνο με το μεταναστευτικό φαινόμενο και μειονοτικές ομάδες– βρίσκει ένα ιδανικό θερμοκήπιο στα νέα Μέσα, που αντίθετα με τα παραδοσιακά, δεν κατασκευάζουν συναινέσεις αλλά πολώσεις. Αυτή αποτελεί το υπόστρωμα του rage bait, είτε ο πομπός του μηνύματος εσκεμμένα προκαλεί την έκρηξη οργής (για να γίνει viral) είτε όχι. Η βεντάλια των θεμάτων και των προσώπων/φορέων που γίνονται στόχοι «ρητορικής» επίθεσης είναι μεγάλη και εξαπλώνεται διαρκώς: οικονομική, πολιτική και δημοσιογραφική ελίτ, θρησκευτική, εθνική, φυλετική ή έμφυλη διαφορά, ακόμη και συμπεριφορικά ή φυσιογνωμικά «γνωρίσματα», γίνονται αφορμές για μεγάλες αντιπαραθέσεις και μισαλλόδοξες εκφράσεις.
Αν και διάφορες μελέτες εντοπίζουν ότι στα social media ο θυμός διαδίδεται πιο εύκολα, όπως γενικότερα τα αρνητικά συναισθήματα (θλίψη, άγχος), ελάχιστα εξηγούν γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο και αν αποτελεί ιδίωμα μονάχα της διαδραστικής μορφής επικοινωνίας. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι για χρόνια ο δημοσιογραφικός λόγος που ανήκει συνήθως στο σκανδαλοθηρικό/αποκαλυπτικό είδος ακολουθεί παρόμοια τακτική προσέλκυσης της αναγνωσιμότητας: τίτλους και εικόνες φορτισμένα με αγανάκτηση, φόβο, λαγνεία και ηθικολογικές καταγγελίες. Αρα θα ήταν λανθασμένο να δούμε αποκλειστικά το «νέο» Μέσο ως γενεσιουργό παράγοντα της εύκολης οργής. Το γεγονός ότι πολλαπλασιάζει ένα φαινόμενο δεν σημαίνει ότι το δημιουργεί κιόλας. Αλλωστε, αρκετές φορές τα ίδια Μέσα γίνονται δίαυλοι ενσυναί-σθησης και αλληλεγγύης.
Η φροϊδική ψυχανάλυση μας έχει δείξει ότι η επιθετικότητα είναι ιδρυτικό συστατικό (ένστικτο) της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, δεν είναι κάτι από το οποίο μπορούμε να απαλλαγούμε εύκολα, και σίγουρα όχι χωρίς σχετικό κόστος. Το ερώτημα πώς θα «εκπολιτιστεί» η πολεμική μας διάσταση είναι ένα διαρκές διακύβευμα, ένα σημαντικό ζητούμενο της οργανωμένης πολιτείας και μια από τις κρισιμότερες μετουσιώσεις της τέχνης και του αθλητισμού (και του παιχνιδιού ευρύτερα).
Αν κοιτάξουμε την οδηγητική συμπεριφορά και τον γενικευμένο βαθμό επιθετικότητας που εκδηλώνεται στους ελληνικούς δρόμους (τελευταία μάλιστα με ακραία παραδείγματα βίας), θα καταλάβουμε πολύ καλά ότι ο εύκολος θυμός είναι μια σχεδόν καθολική συνθήκη. Θα κατανοήσουμε επίσης ότι όσο πιο «κλειστοί» αισθανόμαστε στον μικρόκοσμό μας, τόσο πιο αυτόματα εκφράζουμε οργή για τους άλλους που μπαίνουν μπροστά μας ως εμπόδια, παραβάσεις ή ανεπιθύμητες συναντήσεις. Ολες οι τεχνολογίες που έχουμε για να επιβεβαιώνουν τον ιδιωτικό μας βίο, από τα Ι.Χ. μέχρι τα social media, είναι ταυτόχρονα οχήματα πρόσβασής μας στον δημόσιο χώρο. Ειδικά ο ψηφιακός μας εαυτός βρίσκεται «μπλεγμένος» σε ένα δίκτυο κοινωνικής αναγνώρισης πρωτόγνωρα πολυπληθές και σύνθετο. Οτιδήποτε λέγεται και απεικονίζεται δημοσίως μας αφορά, οτιδήποτε διαφορετικό το «παίρνουμε» προσωπικά, δεν είναι απλώς μια άποψη με την οποία διαφωνούμε, αποτελεί αμφισβήτηση της ίδιας μας της ατομικότητας. Μια κάπως εκνευριστική υπενθύμιση ότι δεν είμαστε μόνοι και μοναδικοί.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

