Εχει γίνει λίγο θέμα ρετρό, κάθε εορταστική περίοδο ανασύρουμε, όσοι γράφουμε, το θέμα της ανάγνωσης και όλοι θυμόμαστε τα βιβλία ως επιλογή δώρου. Αυτή τη χρονιά απ’ ό,τι φαίνεται το θέμα στην Αγγλία είναι πιο επίκαιρο, αλλά και πιο αγωνιώδες από ποτέ, γιατί τα στατιστικά δείχνουν μια ραγδαία πτώση της δραστηριότητας της ανάγνωσης, στην απλή μορφή της απλώς για τη χαρά της, τόσο στους ενηλίκους όσο και στους ανηλίκους.
Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από το «δεν είναι απίθανα τα βιβλία;» στην προτροπή: «Αρκετά, διαβάστε επιτέλους καμιά σελίδα». Μια προτροπή που έχει ξεπεραστεί, διότι δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Το 40% των Βρετανών δεν έχει διαβάσει κανένα βιβλίο τον τελευταίο χρόνο και ένας στους πέντε μεταξύ 16-65 μπορεί να διαβάσει στο επίπεδο ενός δεκάχρονου μαθητή.
Σύμφωνα με το national literacy trust –που τα αποτελέσματα της έρευνά του θα σχηματοποιήσουν την κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική του επόμενου έτους– το ποσοστό των παιδιών και των νέων που δηλώνουν ότι η ανάγνωση τους ενθουσιάζει έχει καταρρεύσει. Ενας στους τρεις Βρετανούς στην ηλικιακή ομάδα 8-18 διαβάζει στον ελεύθερο χρόνο του – μια πτώση της τάξεως του 36% απ’ όταν ξεκίνησε η έρευνα το 2005, ένα πέσιμο ιδιαίτερα άγριο για τα αγόρια μεταξύ 11 και 16 ετών.
Οι γονείς αυτών των παιδιών, όμως, είναι η μεγαλύτερη έκπληξη. Δεν νιώθουν την ανάγκη να κλειδώσουν τα παιδιά τους σε κάποια βιβλιοθήκη για τρία χρόνια. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι το να διαβάζουν στα παιδιά τους τα πρώτα χρόνια «έχει πλάκα» και ούτε είναι πεπεισμένοι πως η ανάγνωση είναι σημαντική. Είναι της άποψης ότι η ανάγνωση είναι για να «μαθαίνουν» και όχι απαραιτήτως για να «ψυχαγωγούνται».
Δεν χρειάζεται πάντως, λένε, να θλιβόμαστε με την πτώση της δημοφιλίας των βιβλίων, γιατί ξαναορίστηκε τι μετράει ως ανάγνωση και αποφασίστηκε να προσμετρηθεί στις έρευνες οποιοδήποτε κείμενο ή και αράδες περιέχουν λέξεις, από κόμικς μέχρι στίχοι τραγουδιών. Οτιδήποτε θα κάνει κάποιον να σηκώσει το βλέμμα από την οθόνη του για να διαβάσει ή να ακούσει.
Γιατί ακόμη και η αφήγηση, με τις απίθανες φωνές ηθοποιών, από τα audiobooks μετράει ως «νέα μορφή ανάγνωσης» στη ψηφιακή εποχή μας. Μπορεί κάποιος να αφεθεί στην περιπέτεια του βιβλίου ενόσω περπατάει, οδηγεί, σιδερώνει ή μαγειρεύει, συνδυάζοντας δραστηριότητες. Και τα καλά νέα είναι ότι το 42% των παιδιών απολαμβάνει την προφορική εκδοχή ενός κειμένου.
Που είναι ωραίο, φυσικά, γιατί τα audiobooks περιέχουν όλα τα ερεθίσματα, την απόδραση και τη χαλάρωση, αλλά είναι συγκάλυψη ενός προβλήματος. Προωθείται η ιδέα του βολικού, του εύκολου, του ευκολοχώνευτου. Οταν όλη η πληροφορία έρχεται ηχητικά (ή από την εικόνα των social) είμαστε θεατές και όχι αναγνώστες. Ακόμη και το Διαδίκτυο των πρώτων ετών ήταν βασισμένο σε κείμενα, forums, blogs. Τώρα είναι σαν να αποχαιρετούμε και να χλευάζουμε το δύσκολο, που είναι η εστίαση στο κείμενο.
Το πρόβλημα είναι ότι όταν σταματάς να διαβάζεις απομακρύνεσαι από την ικανότητα της ανάγνωσης. Η συνήθεια χρειάζεται εξάσκηση. Οταν παύεις να διαβάζεις, ατροφεί η ικανότητα να ανιχνεύεις το νόημα του γραπτού, που σημαίνει ότι απεμπολείς πολλά, κυρίως την κατανόηση της λειτουργίας του κόσμου.
Μια λειτουργική δημοκρατία, μια αξιόλογη γραφειοκρατία, μια υγιής αγορά εργασίας, μια κοινωνία με δυνατή πολιτιστική σκηνή απαιτεί αναγνώστες, δηλαδή πολίτες ικανούς να συγκεντρωθούν στη σελίδα. Γιατί όταν διαβάζεις σκέφτεσαι. Μπαίνεις βαθύτερα, αποκωδικοποιείς, διακρίνεις το ουσιαστικό και το ανώφελο. Κατανοείς την απόχρωση, τη μεταφορά, τον συμβολισμό, την ειρωνεία, τα στρώματα νοήματος.
Ενας αναγνώστης επιστρέφει στη λέξη, στην παράγραφο, στο κεφάλαιο για να κάνει λογικές συνάψεις. Ο ενεργητικός αναγνώστης χτίζει διαβάζοντας, ανασύρει δικές του ιδέες, συγκρατεί ή προσπερνάει τις αφηρημένες σκέψεις του. Η ώρα της ανάγνωσης είναι μετακίνηση σε ένα επόμενο σχήμα ενός καλειδοσκοπίου.
Είναι ο μοναδικός τρόπος για να θωρακιστεί η ανεξαρτησία της κρίσης μας, ο μόνος τρόπος να είμαστε μέρος της περιπλοκότητας ενός ταραχώδους, μεταλλασσόμενου, συχνά ακατανόητου, κόσμου χωρίς να φοβόμαστε.
Η ανάγνωση δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα για να μας ψυχαγωγεί, για να ξεχνιόμαστε, να ταυτιζόμαστε και να απομακρύνει λίγη μοναξιά, ούτε είναι μια δραστηριότητα που μας κάνει καλύτερους (η προσωπική βιβλιοθήκη του Στάλιν αριθμούσε 25.000 τίτλους). Η ανάγνωση δεν είναι ένα εκκεντρικό χόμπι εσωστρέφειας.
Είναι ο μοναδικός τρόπος για να θωρακιστεί η ανεξαρτησία της κρίσης μας, ο μόνος τρόπος να ιχνηλατήσουμε τα γκρι σημεία μεταξύ των δεδομένων, να είμαστε μέρος της περιπλοκότητας ενός ταραχώδους, μεταλλασσόμενου, συχνά ακατανόητου, κόσμου χωρίς να φοβόμαστε. Είναι μια άσκηση δεξιότητας στην τοποθέτηση ψηφίδων που θα συναρμολογήσουν ένα σύνολο με νόημα για εμάς. Αλλιώς, δίχως την εκγύμναση της ανάγνωσης, διαβαίνουμε έναν τόπο πολύ ξερό, πολύ κυριολεκτικό, πολύ απλοϊκό.
Σε ένα free press διάβασα ένα κείμενο του ιστορικού Νάιαλ Φέργκιουσον πάνω στο θέμα. Πιστεύει ότι πρόκειται για μια πολιτισμική κρίση της μόρφωσης. Εάν σταδιακά, γράφει, παύουμε να βασίζουμε τη κοινωνική και πολιτική οργάνωση στον γραπτό κόσμο, θα υπάρχουν τρεις συνέπειες.
Πρώτον, θα αποκοπούμε από την κληρονομιά των προηγούμενων πολιτισμών, καθώς τα βιβλία αποθηκεύουν όλη την προγενέστερη γνώση. Εάν δεν υπάρχει η γνώση, δεν ξέρουμε να συμπεριφερθούμε, που σημαίνει ότι η επόμενη γενιά θα έχει στατιστικά μεγαλύτερο ποσοστό βαρβάρων.
Δεύτερον, θα υπάρχει σύγχυση μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, της Ιστορίας και του μύθου, του προσωπικού και του συλλογικού, και η πλειονότητα των πολιτών θα είναι θηράματα θεωριών συνωμοσίας (και θηράματα των fake news και της παραπληροφόρησης, θα πρόσθετα).
Τέλος, γράφει, θα χαθεί η ικανότητα αναλυτικής σκέψης γιατί ο πολιτισμός από γενιά σε γενιά διαβιβάζεται μέσω των μεγάλων συγγραφέων, οι οποίοι μας διδάσκουν πώς να δομήσουμε μια συζήτηση με επιχειρήματα που γίνονται εύληπτα από τους άλλους.
Είναι από τις σπάνιες φορές που δεν είμαι οπτιμίστρια· νομίζω ότι με προθυμία έχουμε επαναπαυθεί στους διανοητικούς περιορισμούς μας. Εχουμε επανέλθει στον προφορικό λόγο και στα ιδεογράμματα των emojis.
Στη σπηλιά της φευγαλέας προφορικότητας, που αν δεν είναι αξιόλογη δεν διασώζεται, ξεχνιέται ή σβήνεται εύκολα από τη μνήμη. Δεν θέλω να πω ας σταματήσουμε να γράφουμε γιατί στέρεψε το μελάνι. Ούτε ας κλειδώσουμε τις βιβλιοθήκες, γιατί έχουμε ήδη κλείσει τα φώτα. Ας προσπαθή-σουμε ξανά, είναι απόλαυση η μόνωση της ανάγνωσης.
*Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.

