Στους παρατηρητές των πολιτικών μας πραγμάτων που, εδώ και χρόνια, αναγγέλλουν το τέλος του δικομματισμού και κατ’ επέκταση της Μεταπολίτευσης, έχουν προστεθεί, τις τελευταίες εβδομάδες, και μερικοί αναπάντεχοι συνήγοροι: πρόκειται για ορισμένους έμπειρους πολιτικούς, οι οποίοι, ενώ στο παρελθόν έπλεκαν το εγκώμιο των μονοκομματικών κυβερνήσεων, μιλούν τώρα για συμμαχικές. Αν και επιτηδείως αποφεύγουν να ταχθούν υπέρ της απλής αναλογικής, οι εν λόγω πολιτικοί τονίζουν την ανάγκη για ευρύτερες συσπειρώσεις. Κατ’ αυτούς, μόνον έτσι θα γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στον τρόπο που λειτουργεί η φιλελεύθερη κοινοβουλευτική μας δημοκρατία. Αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν, οι ίδιοι προαναγγέλλουν έκρυθμες καταστάσεις, χρησιμοποιώντας μάλιστα και βαρύγδουπους νεολογισμούς, όπως η κακόηχη μα και αδόκιμη «μη διακυβερνησιμότητα».
Να φταίνε οι δημοσκοπήσεις που δίνουν ποσοστά το πολύ γύρω στο 30% για τη Ν.Δ. στις προσεχείς εκλογές, και το πολύ γύρω στο 35% αν υπάρξει και «δεύτερος γύρος»; Να πρόκειται άραγε για θεμιτές φιλοδοξίες προσώπων που θέλουν να φανούν χρήσιμα σε μια δύσκολη συγκυρία; Ή μήπως για ευσεβείς πόθους ορισμένων που, ως κομματικοί ηγήτορες, δεν κατάφεραν έως σήμερα να συσπειρώσουν ευρύτερα στρώματα;
Είναι πιθανόν να συμβαίνουν όλα τα ανωτέρω μαζί. Θα συμφωνήσω μάλιστα στο ότι, πλην απροόπτου, από τις προσεχείς εκλογές, το πιθανότερο είναι να μην προκύψει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Ο σχηματισμός, συνεπώς, κυβέρνησης συνεργασίας θα είναι ο μόνος τρόπος για να μην πάμε σε τρίτη ή και σε τέταρτη διαδοχική εκλογή. Δεν θα συμμεριστώ ωστόσο την προφητεία ότι γυρίσαμε σελίδα και ότι η εποχή των αυτοδύναμων πλειοψηφιών παρήλθε οριστικά.
Θα επικαλεσθώ κατά πρώτο λόγο το επιχείρημα της ιστορίας. Ο κοινοβουλευτισμός σ’ εμάς, έτσι όπως καθιερώθηκε από το 1875 με την αρχή της δεδηλωμένης, ήταν και παραμένει πλειοψηφικός. Ακολουθώντας τα χνάρια του βρετανικού μοντέλου, ο Χαρίλαος Τρικούπης τον οραματίστηκε και σε μεγάλο βαθμό τον επέβαλε ως δικομματικό, κατά προτίμηση, με κόμματα αρχών. Ελέω «σφαιριδίου», το οποίο λειτούργησε πλειοψηφικά επί έξι δεκαετίες, τον δικομματισμό Τρικούπη – Δηλιγιάννη, διεδέχθη στον εικοστό αιώνα η αντιπαράθεση βενιζελικών και κωνσταντινικών. Μεταπολεμικά είχαμε την αναμέτρηση ΕΡΕ και Ενώσεως Κέντρου και, μετά το 1977, τον ανταγωνισμό Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ.
Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι περίοδοι αυτές, παρά τις εντάσεις που σημειώθηκαν, συγκροτούν την «κανονικότητα» στη νεότερη πολιτική μας ιστορία. Τουναντίον, τα διαλείμματα των κυβερνήσεων συνεργασίας, ακόμη και όταν διαρκούσαν ικανό χρόνο, αντιμετωπίζονταν ως εξαίρεση. Τούτο συνέβαινε ακόμη και όταν οι συμμαχικές κυβερνήσεις άφηναν αξιόλογο έργο, όπως, για παράδειγμα, η Οικουμενική του 1926-1928. Σε κάθε περίπτωση, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως ήταν ο εμφύλιος πόλεμος του 1946-1949, η εκκαθάριση του σκανδάλου Κοσκωτά το 1989 ή το μνημόνιο το 2012, τα κόμματα εξουσίας αποφάσιζαν –πάντοτε με βαριά καρδιά– να συνεργαστούν μεταξύ τους ή με μικρότερα κόμματα, με το βλέμμα πάντως καρφωμένο στην κλεψύδρα. Πότε θα γυρίσουμε στα πράγματα αυτοδύναμοι;
Αντλώ το δεύτερο επιχείρημά μου από την απουσία συναινετικής παράδοσης στη νεότερη ιστορία μας. Οφειλόμενη στον πλειοψηφικό χαρακτήρα του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος, η έλλειψη αυτή έχει προσδώσει ανέκαθεν μετωπικό χαρακτήρα στην πολιτική αντιπαράθεση. Τα συνθήματα υποκαθιστούν το πρόγραμμα, το πολιτικό κόστος εκτοπίζει την κοινή λογική και το βραχυπρόθεσμο κέρδος τον μακρόπνοο σχεδιασμό. Ετσι, τα θεσμικά αντίβαρα –όταν υπάρχουν– είναι συρρικνωμένα και ο νικητής «τα παίρνει όλα».
Θεωρώ απίθανο να γυρίσουμε σελίδα και να περάσουμε σε μια εκδοχή συναινετικής αντιπαράθεσης με κυβερνήσεις συνεργασίας.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σ’ εμάς, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, όλες οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις, από τις αρχές του 20ού αιώνα, πραγματοποιήθηκαν από ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις, συνήθως στο πρώτο διάστημά τους στην εξουσία. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη βενιζελική τετραετία της ανόρθωσης το 1911-1915; Την κυβέρνηση του 1928-1932; Την οικονομική ανάκαμψη της οκταετίας 1955-1963; Ή μήπως τη βελούδινη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, το 1974-1977; Χρειάζεται άραγε να αναφερθούμε στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, στο ΑΣΕΠ, στις ανεξάρτητες αρχές και, πάνω απ’ όλα, στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, από τη σύνδεσή μας με την τότε ΕΟΚ το 1961, στην ένταξή μας το 1981 και στην ένταξή μας στην ΟΝΕ το 2001; Ολα αυτά δεν τα πέτυχαν κυβερνήσεις συνεργασίας, αλλά μονοκομματικές.
Να σημαίνουν τα ανωτέρω ότι αποκλείεται ο σχηματισμός συμμαχικών κυβερνήσεων στο μέλλον; Κάθε άλλο. Χωρίς πολιτική ηγεσία, έστω και ανίσχυρη, έστω και διχασμένη, η δημόσια διοίκηση σε μας δεν μπορεί να λειτουργήσει στοιχειωδώς, γιατί δεν διαθέτει ούτε ικανά στελέχη ούτε παράδοση αμερόληπτης λειτουργίας.
Θα υπάρξουν, συνεπώς, κυβερνήσεις συνεργασίας, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Αυτό που θεωρώ απίθανο να συμβεί είναι να γυρίσουμε σελίδα και να περάσουμε σε μια εκδοχή συναινετικής αντιπαράθεσης με κυβερνήσεις συνεργασίας, του είδους αυτών που ευδοκιμούν στις χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης.
Εκτός από την Ιστορία και τη συγκρουσιακή παράδοση, στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί και ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας, ίσως ο σπουδαιότερος όλων: όταν το πρώτο κόμμα αγγίζει την αυτοδυναμία, είναι πολύ δύσκολο να συνεργαστεί ειλικρινώς με άλλα κόμματα στη βάση ενός μακρόπνοου προγράμματος. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι το ίδιο προσβλέπει στην αυτοδυναμία, στην προοπτική της οποίας δεν είναι διατεθειμένο να κάνει σοβαρές υποχωρήσεις.
Συνοψίζω: Το πιθανότερο είναι ότι, από τις προσεχείς εκλογές, ακόμη και αν αυτές διεξαχθούν σε «δύο γύρους», δεν θα προκύψει κυβέρνηση αυτοδύναμης πλειοψηφίας. Με τον πραγματισμό που συνήθως επιδεικνύουν όταν σφίγγουν τα πράγματα, οι πολιτικοί μας, την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι, θα στηρίξουν μία ή περισσότερες κυβερνήσεις συνεργασίας. Θα τις στηρίξουν όμως για λίγο, ώσπου να επανέλθουμε στην πεπατημένη. Δεν θα πρόκειται με άλλα λόγια για λύση, αλλά για μετάθεση του προβλήματος.
*Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

