Παρακολουθούσα στο βίντεο που ανήρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Τάσος Χαλκιόπουλος, ο χαρισματικός δημιουργός αθηναϊκού περιεχομένου Athensville, την αποκαθήλωση της περίτεχνης επιγραφής του παραδοσιακού υφασματάδικου της οικογένειας Ελμαλόγλου στη γωνία Μητροπόλεως και Αιόλου. Το παραδοσιακό αθηναϊκό κατάστημα, άτυπος θεσμός της εμπορικής ιστορίας της πόλης, καθώς φέτος συμπλήρωσε έναν ολόκληρο αιώνα ζωής (λειτουργούσε από το 1925 σαν κατάστημα υφασμάτων και το 1945 αγοράστηκε από τους σημερινούς ιδιοκτήτες), μεταφέρεται από την ιστορική του έδρα σε νέο σημείο πώλησης, στην οδό Ευριπίδου 23.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν χάλασε ο κόσμος, η ιστορία θα συνεχιστεί από διαφορετική διεύθυνση. Αλλά δεν είναι έτσι. Ναι, ευτυχώς η χρυσοκέντητη επιγραφή θα εγκατασταθεί στη νέα στέγη της 80χρονης επιχείρησης, όμως χάνεται η πατίνα του χρόνου, η αυθεντικότητα της εμπειρίας σε έναν χώρο ποτισμένο από τις ανάσες, τα τόπια, τους χιλιάδες πελάτες που μπήκαν και βγήκαν από ένα κατάστημα που πιθανότατα είχαν επισκεφθεί και οι γονείς τους. Τι θα απογίνουν οι καταπληκτικές ραφιέρες, ο μεγάλος δρύινος πάγκος, η μεγαλοπρεπής αίθουσα; Τα είχα δει όλα αυτά για πρώτη φορά προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα όταν η μητέρα μου σχεδόν με το ζόρι με είχε σύρει μέχρι την είσοδό του εκεί, καθώς μετά την απόλυσή μου από τον στρατό έφτιαχνα το πρώτο μου σπίτι. Επέστρεψα χρόνια μετά ευτυχής που όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει.
Δεν είναι μόνο η απώλεια σημείων αναφοράς με ιστορικό βάθος, όσο η βεβαιότητα ότι οι αντικαταστάτες τους θα αποδειχθούν οδυνηρά βραχύβιοι.
Το ευτυχές είναι ότι η επιχείρηση δεν κλείνει. Ωστόσο, οι σχετικές δημοσιεύσεις κινητοποίησαν ένα ρεύμα απογοήτευσης και θυμού για την αδυναμία της Αθήνας να «κρατήσει» τα παλιά της μαγαζιά και για την άκρατη «τουριστικοποίηση» του κέντρου της πόλης (σ.σ. το κτίριο όπου στεγαζόταν το παραδοσιακό κατάστημα υφασμάτων θα γίνει μπουτίκ ξενοδοχείο). Εχει ενδιαφέρον ότι οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες «ανέβασαν» την παρακάτω ανάρτηση πριν από λίγες εβδομάδες στη σελίδα τους στο Facebook: «Θα μας ήταν πολύ χρήσιμο όλη την αγάπη που μας έχετε δείξει τις τελευταίες ημέρες αν την αποτυπώνατε πατώντας τον σχετικό μας σύνδεσμο στο Google και αφήνοντας μια κριτική για την επιχείρησή μας». Με λίγα λόγια, καλή η νοσταλγία και τα διαδικτυακά δάκρυα, αλλά υπάρχει και κάτι που λέγεται «οικονομική βιωσιμότητα».
Το πρόβλημα για την ίδια την Αθήνα δεν είναι μόνο ότι χάνει τα σημεία αναφοράς της με κάποιο ορισμένο ιστορικό βάθος, αλλά ότι η φιλοδοξία των νέων χρήσεων που αντικαθιστούν όλα αυτά τα άχρονα τοπόσημα του πολιτισμού της πόλης αποδεικνύεται συχνά ρηχή και περιορισμένη. Μακάρι στη θέση του κάθε «Ελμαλόγλου» να βλέπουμε επενδύσεις με την πολιτισμική υπεραξία και την αυθεντικότητα που διέθετε το ταπεινό υφασματάδικο του 1945.

