Ένα από τα αγαπημένα θέματα των εφημερίδων, των εκπομπών και του δημόσιου διαλόγου είναι, βεβαίως, “οι νέοι” και τα προβλήματά τους. Είναι καλά τα παιδιά; Έχουνε προβλήματα; Αντιμετωπίζουν εμπόδια; Πώς μπορούμε (εμείς, οι μεγάλοι, οι σοφοί) να τα βοηθήσουμε; Αυτή η τελευταία ερώτηση ενίοτε μοιάζει νa ακολουθείται από την ανείπωτη σκέψη: “…για να γίνουν σαν κι εμάς”. Αλλά τις περισσότερες φορές οι προθέσεις είναι αγαθές. Οι νέες και οι νέοι είναι το μέλλον. Θα αναλάβουν τα ηνία, θα λύσουν τα προβλήματα που τους κληροδότησαν, θα πάνε την ανθρωπότητα παρακάτω. Ωστόσο, το 53% των νέων σήμερα δηλώνουν ότι νιώθουν άγχος ή στρες “τον περισσότερο καιρό” ή “συνέχεια”. 8 στους 10 ζουν ακόμα στο πατρικό. Είναι και μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις, οικονομικές, υγειονομικές, εγχώριες και παγκόσμιες -δεν ξέρουν άλλο κόσμο πέρα από έναν κόσμο που καταρρέει. Μολονότι η GenZ είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε την εποχή των smartphones και της καθολικής πρόσβασης στο ίντερνετ, είναι η δεύτερη πιο ευάλωτη σε διαδικτυακές απάτες (μετά τους boomers). Και διαβάζουν λιγότερο από κάθε άλλη προηγούμενη. Τα αποτελέσματα της PISA, της εξέτασης δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ σε 15χρονούς και 16χρονους μαθητές, από το 2015 και μετά χειροτερεύουν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Οπότε είναι λίγο εύλογο να αναρωτιούνται οι δικές μας, οι αμέσως προηγούμενες γενιές, που πρόλαβαν έναν άλλο, πιο αναλογικό και πιο αισιόδοξο κόσμο, να ανησυχούν. Πρόσφατα η εταιρεία ερευνών QED social and market research έκανε μια ποιοτική έρευνα με τη συμμετοχή δεκάδων ενηλίκων ηλικίας 19-29, μελών της επονομαζόμενης GenZ δηλαδή (με την εξαίρεση των 29χρονων που, αν θέλουμε να είμαστε περιττά ακριβείς, είναι millenials). Είχα την ευκαιρία να διαβάσω μερικές από τις συνεντεύξεις των νέων που συμμετείχαν, και τα συμπεράσματα είχαν ενδιαφέρον. Η κάθε συνέντευξη ενός μεμονωμένου παιδιού, βεβαίως, δεν είχε από μόνη της μεγάλη αξία. Διαβάζοντας πολλές μαζί, όμως, κάποια μοτίβα αναδεικνύονταν. Και μαζί υπογραμμίζονταν, μεν, κάποια βασικά προβλήματα “της γενιάς”, αλλά ταυτόχρονα εμφανιζόταν και μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία, που νομίζω ότι δεν συζητιέται αρκετά.
Το κεντρικό πρόβλημα εντοπίζεται, φυσικά, στα θέματα της εργασίας. Πολλοί σπεύδουν να χαρακτηρίσουν τη γενιά που μπαίνει τώρα στην αγορά εργασίας “κακομαθημένη” (ακόμα και σοβαροί εργοδότες), κι αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες και τις προσδοκίες τους με θυμηδία ή και με θυμό. Είναι σαν ένας μύθος να έχει απλωθεί παντού στη Γη, το παραμύθι γενεών ολόκληρων που δήθεν μόχθησαν σε γαλέρες των εργασιακών μεσαιώνων που προηγήθηκαν, που δούλεψαν τσάμπα και υπερωρίες για να κατακτήσουν εμπειρία και γνώσεις που τώρα, δεκαετίες μετά, τους έχουν φέρει, αν όχι στην “επιτυχία”, σε ένα σημείο, τουλάχιστο, απ’ το οποίο να μπορούν να κουνούν το δάχτυλο. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, τα πράγματα έγιναν πολύ διαφορετικά. Οι σημερινές προσδοκίες των νέων δεν εκπορεύονται τόσο από τα πτυχία και το κανάκεμα, αλλά από τις πραγματικότητες της αγοράς. Κάποτε οι νέοι εργαζόμενοι έκαναν (κάναμε) μαθητείες και αγγαρείες και άμισθες υπερωρίες αλλά με την υπόσχεση μιας καριέρας, με την προοπτική της παραμονής σε μια εταιρεία για τριάντα χρόνια, ή μιας σταθερής δουλειάς σε κάποιον κλάδο με άφθονες καλοπληρωμένες θέσεις. Κι αν ποτέ τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς τόσο ρόδινα, το σίγουρο είναι ότι σήμερα έχουν πάει στην άλλη άκρη. Η αγορά έχει γίνει “ευέλικτη” -αλλά μόνο για τις επιχειρήσεις. Τα εργασιακά δικαιώματα έχουν διαβρωθεί, οι μόνιμες θέσεις εργασίας έχουν αντικατασταθεί από την “gig economy”, σε άλλες χώρες δάσκαλοι του δημοσίου αναγκάζονται να οδηγούν και Uber για να βγάλουν τα προς το ζην. Ο μέσος μισθός τους είναι χαμηλότερος από το μέσο μισθό των συνομιλήκων τους το 2009, αν και δουλεύουν περισσότερες ώρες. Έχουν άδικο να διαμαρτύρονται για τις συμπεριφορές των αφεντικών (η πιο συχνή ένσταση) ή να αρνούνται να συμβιβαστούν με δουλειές σκληρές, πολύωρες, με χαμηλές αμοιβές και χωρίς καμία προοπτική εξέλιξης σε ένα περιβάλλον γενικότερης ανασφάλειας;
Κι εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η ευκαιρία. Το παλιό σύστημα δεν λειτουργεί πια. Έχει διαβρωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν απογοητεύει μόνο τους νέους, αλλά αφήνει ανικανοποίητους τους πάντες -εκτός από μια μικροσκοπική μειοψηφία στην κορυφή. Ο ακραίος διχασμός σε κοινωνίες και οικονομίες δοκιμάζει τα όρια κάθε συνοχής. Η ευημερία δεν εξαρτάται πια από τη σκληρή δουλειά και τη μόρφωση. Ο μόνος τρόπος για να πετύχει κανείς στον κόσμο μας σήμερα είναι να έχει πλούσιους γονείς. Το ότι οι νεότερες γενιές έρχονται σε ένα τέτοιο περιβάλλον απορριπτικές, ασυμβίβαστες και “κακομαθημένες” δεν είναι κακό. Ίσα ίσα. Αν έρχονταν πειθήνιες, χαζοχαρούμενες και υποταγμένες (στους αλγόριθμους, στις πλατφόρμες της gig economy, στα nepo-babies αφεντικά) θα ήταν που θα έπρεπε να τα βάφουμε μαύρα. Όπως έχουν τα πράγματα, μπορεί αυτή η απορριπτική στάση να είναι αποδειχτεί και χρήσιμη. Ίσως, αν αποκτήσει δομή και πλαίσιο, να οδηγήσει σε κάτι ουσιαστικό, δύσκολο, αλλά απαραίτητο: μια ανατροπή.

