Υπάρχει ένα σημείο όπου η πολιτική αντιπαράθεση παύει να είναι σκληρή και μετατρέπεται σε τοξική. Εκεί όπου η κριτική δεν αφορά πράξεις και ιδέες, αλλά πρόσωπα, συγγενείς, οικογένειες, παιδιά. Εκεί ακριβώς έχει επιλέξει να στρατοπεδεύσει η κ. Ζωή Κωνσταντοπούλου, μετατρέποντας τη Βουλή από χώρο θεσμικού διαλόγου σε προσωπικό της βήμα ηθικής καταγγελίας και πολιτικής επιθετικότητας χωρίς όρια.
Δεν πρόκειται για ρητορική υπερβολή. Οι επαναλαμβανόμενες προσωπικές επιθέσεις εναντίον μελών οικογενειών πολιτικών αντιπάλων της δεν είναι «αντισυστημικός λόγος», ούτε πράξη πολιτικού θάρρους. Είναι συνειδητή επιλογή απαξίωσης του κοινοβουλευτισμού, καθώς για εκείνη όλοι είναι ένοχοι, όλοι είναι ανήθικοι. Ακόμη χειρότερα, όταν στο στόχαστρο μπαίνουν συγγενείς που δεν έχουν θεσμικό ρόλο, όταν η υπονοούμενη ενοχή κληρονομείται, τότε η πολιτική παύει να είναι πολιτική και γίνεται εργαλείο ηθικού εκβιασμού.
Ο ακατάσχετος ρυπογόνος λόγος της ευτελίζει τους πάντες και τα πάντα, αρκεί να παίξει ένα βίντεο στην τηλεόραση ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που να την κρατά στη δημοσιότητα. Η κ. Κωνσταντοπούλου δεν λειτουργεί εκτός συστήματος, λειτουργεί πάνω στις αδυναμίες του. Το πολιτικό της όχημα είναι αδηφάγο, γιατί τρέφεται από την ανοχή, τη σιωπή και συχνά την υποκριτική αγανάκτηση των υπόλοιπων κομμάτων. Κανείς δεν μπορεί πια να ισχυριστεί ότι «δεν ήξερε» με… γελάκια και ανέκδοτα. Το μεγαλύτερο λάθος, όμως, είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις προσπαθούν να την ανταγωνιστούν στο δικό της πεδίο χυδαιότητας και λάσπης, και εκεί χάνουν. Η συμπεριφορά της δεν είναι στιγμιαία, είναι μοτίβο καλοσχεδιασμένο και σύμφυτο με τον χαρακτήρα της. Και κάθε φορά που περνάει χωρίς σοβαρό θεσμικό αντίλογο ενισχύεται, αφού για εκείνη σημασία έχει ο ευτελισμός των διαδικασιών και η καταστροφή του… άλλου. Η ευθύνη συνεπώς δεν βαρύνει μόνο την ίδια. Βαρύνει όλα τα κόμματα, που της δίνουν χώρο, χρόνο και έμμεση νομιμοποίηση. Βαρύνει εκείνους που θεωρούν χρήσιμη την ένταση, που πιστεύουν ότι η πολιτική κανιβαλισμού φθείρει τον αντίπαλο περισσότερο από όσο διαβρώνει το ίδιο το σύστημα. Βαρύνει και όσους σιωπούν για να μη βρεθούν οι ίδιοι στο στόχαστρο της επόμενης προσωπικής επίθεσης. Η Βουλή δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ, ούτε δικαστήριο προθέσεων. Δεν είναι χώρος για πολιτικά «ξεμπροστιάσματα» με όρους κοινωνικών δικτύων. Οταν τέτοιες πρακτικές γίνονται ανεκτές, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφώς αντιπολιτικό και δηλητηριάζει την κοινωνία με το «όλα επιτρέπονται», αρκεί να βαφτίζονται αγώνας ή αλήθεια. Και τότε ο θεσμικός κατήφορος δεν έχει φρένα.
Αν κάτι πρέπει να γίνει, δεν είναι να αντιμετωπιστεί η Ζωή Κωνσταντοπούλου με τον ίδιο τρόπο. Είναι να αφοπλιστεί πολιτικά και θεσμικά. Με κανόνες, με όρια, με σαφή διαχωρισμό πολιτικής κριτικής και προσωπικής στοχοποίησης. Με άρνηση συμμετοχής στο παιχνίδι που η ίδια στήνει. Με ξεκάθαρη στάση από όλα τα κόμματα ότι η οικογένεια, οι συγγενείς και η ιδιωτική ζωή δεν είναι πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Διαφορετικά το πρόβλημα δεν θα λέγεται Ζωή, αλλά θα λέγεται Βουλή. Και τότε θα είναι πολύ αργά για υποκριτικές εκπλήξεις, καθώς το ποτάμι της λάσπης θα πνίξει τους πάντες, ενδεχομένως και την ίδια την κ. Κωνσταντοπούλου.

