
Η επίθεση δεν θα μπορούσε να είναι πιο στοχευμένη. Το πλήθος στην παραλία Μπόνταϊ ήταν εβραϊκό, ο λόγος συγκέντρωσής του ήταν ο εορτασμός του Χάνουκα, το κλίμα ήταν ειρηνικό, εντελώς άσχετο με πολέμους, «γενοκτονικά κράτη», ακροδεξιές κυβερνήσεις κ.λπ. Το φονικό στην Αυστραλία ήταν επομένως ένα ξεκάθαρο παράδειγμα εγκληματικού αντισημιτισμού, από αυτά που δεν επιδέχονται πολλές ερμηνείες ως προς τη διάγνωση του κινήτρου των δραστών. Κι όμως, δύο τουλάχιστον πολιτικοί αρχηγοί από την εγχώρια Αριστερά εξέφρασαν τη λύπη τους για την εν ψυχρώ δολοφονία 15 Εβραίων χωρίς να αναφέρουν τη λέξη αντισημιτισμός. Ο ένας εκ των δύο, μάλιστα, δεν ανέφερε καν τη λέξη Εβραίος. Η ειρωνεία εις βάρος των δολοφονημένων είναι, έτσι, διπλή: αφενός, αυτή η στάση αποσπά από το θύμα ένα κρίσιμο στοιχείο της ιδιότητάς του ως θύματος – τη ρατσιστική αιτία της θυματοποίησής του· αφετέρου, αποσιωπά την ίδια του την ταυτότητα ως ανθρώπου: διάφορα Μέσα που κάλυψαν το χτύπημα, μίλησαν για θύματα γενικώς και αορίστως, σαν να σκοτώθηκαν άξαφνα 15 ανώνυμοι και ασύνδετοι μεταξύ τους άνθρωποι.
Το στερεότυπο καταπίπτει
Οι παραλείψεις αυτές κατά την περιγραφή και τον απολογισμό του εγκλήματος δεν είναι, βέβαια, τυχαίες. Τυχαία δεν είναι ούτε η γενικότερη απροθυμία του αυτοαποκαλούμενου προοδευτικού χώρου να δώσει στο συμβάν το βάρος που δίνει σε άλλες αιματοχυσίες με ταυτοτικό υπόβαθρο. Η θέαση του τρομοκρατικού χτυπήματος ως αντισημιτικού θα σήμαινε ότι ο αντισημιτισμός υπάρχει, είναι ενεργός και εύλογα επηρεάζει τον τρόπο που οι Εβραίοι βλέπουν τον εαυτό τους. Αυτή είναι μια παραδοχή εναντίον της οποίας έχουν δουλέψει με μεθοδικό πάθος πολλοί «ειρηνιστές», είτε λόγω των αισθημάτων τους για ό,τι συμβαίνει στη Γάζα είτε λόγω του συγκαλυμμένου αντισημιτισμού τους. Αφηγηματικά, είναι γι’ αυτούς πολύ πιο βολικό να φαντάζονται τον εβραϊκό πληθυσμό ως ενιαίο πλήθος ταυτισμένο με το κράτος του Ισραήλ – πανίσχυρο, επικίνδυνο και απαλλαγμένο από κάθε κίνδυνο. Αν συναινέσουν στη διαπίστωση πως οι Εβραίοι κινδυνεύουν έτσι κι αλλιώς, το αφήγημα καταρρέει· η υπόθεση περιπλέκεται.
Ο συνήθης ύποπτος
Ούτε τα θύματα είχαν σχέση με τον πόλεμο Ισραήλ – Παλαιστίνης, αλλά ούτε και οι δράστες. Ο ένας εκ των δολοφόνων είναι μάλιστα Αυστραλός πολίτης με τζιχαντιστικές διασυνδέσεις. Ακόμα και στον πιο καχύποπτο, που πολύ θα ήθελε να αποδώσει το έγκλημα στα οξυμένα λόγω του πολέμου πνεύματα, γίνεται φανερό ότι δεν τίθεται θέμα εν θερμώ, τυφλής ανταπόδοσης (όχι ότι αυτή θα περιείχε οποιοδήποτε ψήγμα λογικής ή ηθικής δικαίωσης). Το κίνητρο ήταν ο αντισημιτισμός: ο τζιχαντιστής ήθελε να σκοτώσει και θεώρησε πρόσφορο στόχο την πιο αντιδημοφιλή κοινότητα. Ποια άλλη κοινωνική – θρησκευτική ομάδα φταίει εκ προοιμίου και διαχρονικά; Για ποια άλλη ομάδα συζητάμε αν φέρει ευθύνη για τον πόλεμο που διεξάγει η κυβέρνηση ενός κράτους με το οποίο μπορεί και να μην έχει καμία σχέση;
Ετερον εκάτερον
Μπορούν να ισχύουν δύο πράγματα ταυτόχρονα, λένε τώρα πολλοί (περισσότεροι απ’ όσους το έλεγαν πριν από λίγους μήνες, πάντως). Λέει, για παράδειγμα, ο Μπέρνι Σάντερς ότι και η τρομοκρατική ενέργεια στο Σίδνεϊ ήταν αντισημιτική, και ο πόλεμος του Νετανιάχου γενοκτονικός. Δεν είναι αντισημιτισμός να μιλάμε για τους Παλαιστινίους, προσθέτει. Δίκιο έχει. Ενώ όμως ασφαλώς και δεν είναι αντισημιτική η υπεράσπιση του δικαιώματος των Παλαιστινίων στη ζωή, είναι αρκετά επικίνδυνο να θυμόμαστε ότι ο αντισημιτισμός υπάρχει μόνο όταν χύνεται εβραϊκό αίμα. Είναι επιπλέον ελαφρώς προβληματικό και αντιφατικό, πάνω από το χυμένο αίμα, να καταδικάζουμε μεν τον αντισημιτισμό, αλλά να συνοδεύουμε την καταδίκη με αναφορές στον Νετανιάχου και τον επιθετικό του πόλεμο. Μα αυτή ακριβώς η περιττή σύνδεση αναιρεί την προγενέστερη διάκριση: αν συμφωνούμε πως το αντιεβραϊκό μίσος είναι μια κατάσταση που ισχύει ανεξάρτητα από τον πόλεμο και την ειρήνη, γιατί πρέπει στους δολοφονημένους του Σίδνεϊ να αντιτάξουμε την πολιτική του Ισραήλ; Ισως επειδή κάποιοι είναι έτοιμοι να αποκηρύξουν τον αντισημιτισμό, αλλά όχι τους αντισημίτες. Για κάποιο λόγο, οι τελευταίοι πρέπει διαρκώς να εξευμενίζονται.
Απρόσμενος ήρωας
Ο 43χρονος που όρμησε στον έναν από τους δύο δράστες και κατάφερε να τον αφοπλίσει είναι μουσουλμάνος. Ο Αχμεντ αλ Αχμεντ, ο οποίος δέχθηκε απανωτούς πυροβολισμούς και τώρα νοσηλεύεται, δεν λογάριασε την ταυτότητα των θυμάτων ή των επιτιθέμενων· έκανε ό,τι του επέβαλε η συνείδηση και του επέτρεψε το μεγάλο του θάρρος: είδε δύο παρανοϊκούς να πυροβολούν αδιακρίτως σε μια θάλασσα αθώων και παρενέβη για να σώσει όσους μπορούσε να σώσει. Οι Αρχές λένε ότι, πράγματι, οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι αν δεν είχε κάνει αυτό που τώρα ίσως του κοστίσει το αριστερό του χέρι. Η περίπτωση του Αχμεντ μοιάζει με ποιητική ισοπέδωση των υπεραπλουστεύσεων που επιβάλλουν τεχνηέντως οι προκαταλήψεις: ο δολοφονικός φανατισμός του εξτρεμιστικού Ισλάμ αφορά τους εξτρεμιστές και οι γενοκτονικές πρακτικές εκείνους που τις επιστρατεύουν. Ο αντισημιτισμός και η ισλαμοφοβία έχουν πολλές ιστορικές και οντολογικές διαφορές, αλλά μία βασική ομοιότητα: δίνουν άλλοθι στους κακούς κάθε πλευράς, ενώ πληγώνουν μόνο τους καλούς.

