Οταν το 2007 ο Τζον Λε Καρέ υποδέχεται στο σπίτι του στην Κορνουάλη τον Ανταίο Χρυσοστομίδη και τη Μικέλα Χαρτουλάρη, θέλει οπωσδήποτε να τους ξεναγήσει. «Είναι αναμφισβήτητα το πιο ωραίο, το πιο καλόγουστο, το πιο ονειρικό σπίτι συγγραφέα που είδαμε ποτέ», γράφει ο Χρυσοστομίδης στο βιβλίο «Οι κεραίες της εποχής μου» (εκδ. Καστανιώτη), τόμος που μόλις εκδόθηκε με κείμενα εμπνευσμένα από τις εκπομπές που είχε γυρίσει για την ΕΡΤ το δίδυμο των δημοσιογράφων. Ο Χρυσοστομίδης είχε γράψει τα κείμενα αυτά προτού φύγει πρόωρα από τη ζωή το 2015.
«Κατ’ αρχάς», συνεχίζει ο Χρυσοστομίδης, «δεν πρόκειται για ένα σπίτι. Αποτελείται από τρία παλιά σπιτάκια κτηνοτρόφων (στον κάτω όροφο τα ζώα, στον πάνω οι άνθρωποι) που ο Λε Καρέ ένωσε μεταξύ τους ρίχνοντας τους ενδιάμεσους τοίχους, αλλά κρατώντας πολλά στοιχεία από την παλιά αρχιτεκτονική. Το ενιαίο πλέον σπίτι βρίσκεται πάνω σε μια πλαγιά, η οποία ανήκει ολόκληρη στον συγγραφέα και η οποία καταλήγει σε έναν απότομο, τρομακτικό γκρεμό. Από κάτω η θάλασσα, ο Ατλαντικός. Μπροστά από το σπίτι τίποτα δεν διασπά τη θέα προς τη θάλασσα. Ούτε ένας θάμνος».
Οσο για το γραφείο του συγγραφέα; «Είναι τελείως άδειο. Εχει μόνο ένα τραπέζι, μια καρέκλα, μια μικρή βιβλιοθήκη με λεξικά, κι ένα αναλόγιο. Τίποτε άλλο. (…) Το μόνο χρώμα στο δωμάτιο είναι το χρωματιστό εξώφυλλο του άτλαντα που ο Λε Καρέ έχει πάντα πάνω στο αναλόγιο. Από τα τρία παράθυρα του δωματίου, ένα σε κάθε πλευρά, φαίνεται μόνο η θάλασσα. Μας εξηγεί ότι, όταν γράφει, δεν θέλει τίποτα να του αποσπά την προσοχή. Οταν έχει ανάγκη από ένα διάλειμμα κάποιων λεπτών για να ξεμουδιάσει, σηκώνεται από την καρέκλα και ξεφυλλίζει όρθιος τον άτλαντα. Ή κοιτάζει από το παράθυρο τη θάλασσα. Που είναι, περίπου, το ίδιο πράγμα».
Καθώς διαβάζω αυτές τις αράδες, επινοώ έναν άξονα: Τζόζεφ Κόνραντ, Γκρέιαμ Γκριν, Τζον Λε Καρέ. Αγγλοι όλοι (ο Κόνραντ Πολωνός, που όμως έγινε καθαρόαιμος Αγγλος), διαφορετικοί συγγραφείς (οι δύο τελευταίοι πιο κοντά ως προς την εποχή), όμως ο κοινός τους άξονας πιστεύω πως έγκειται αλλού: στο στοιχείο της περιπέτειας· στο στοιχείο μιας άρτια δομημένης πλοκής και, τέλος, στο στοιχείο των ηθικών διλημμάτων που βασανίζουν τους κεντρικούς τους χαρακτήρες. Αν θέλαμε να προσθέσουμε κι ένα τέταρτο, αυτό θα ήταν τα μυστικά που στοιχειώνουν τις ψυχές τους.
«Νομίζω ότι άρχισα να γράφω επειδή στην παιδική ηλικία μου είχα στερηθεί τα συναισθήματα, την αγάπη. Ετσι μπήκα στον κόσμο της φαντασίας, στον οποίο είχα τη δυνατότητα να βρίσκομαι μόνος, συντροφιά με τον εαυτό μου και τις σκέψεις μου», εξομολογείται ο Λε Καρέ στους επισκέπτες του από την Ελλάδα.
Από αύριο θα δούμε πώς ο Λε Καρέ άρχισε να γράφει σοβαρά στα 25 του, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50 (είχε γεννηθεί το 1931), όταν ως νεαρός αξιωματικός βρέθηκε στον κόσμο των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.

