Κάποιοι διασκεδάζουν με τα χιουμοριστικά βίντεο που ανεβαίνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γελούν. Εγώ δεν μπορώ. Βλέπω τον επονομαζόμενο «Φραπέ», κατά κόσμον Γιώργο Ξυλούρη, να (μην) απαντάει με αλαζονεία στις ερωτήσεις της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής που διερευνά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και θυμώνω.
Από άλλη στόφα είναι η αγροτιά που ξέρω: θυμάμαι τον παππού Νικόλα, στη Σάμο, με μια τσάπα μονίμως στον ώμο και χώματα στα ρούχα, με αγωνία για τα λιόδεντρα, τις χαρουπιές και τις αμυγδαλιές του –αν θα δώσουν καρπό–, με χρέη για να μπορέσει να σπουδάσει τα πέντε παιδιά του. Μέχρι τα 83 του, που έφυγε από τη ζωή, ελάχιστες ήταν οι μέρες που δεν βρισκόταν στα χωράφια, που δεν μόχθησε.
Από τη μια η Ελλάδα της ρεμούλας, του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», της διαπλοκής· κι από την άλλη η Ελλάδα της ευαισθησίας, της ενσυναίσθησης, της έγνοιας για ανθρώπους και ζώα.
Ο κόσμος έχει αλλάξει, θα πουν κάποιοι. Αλήθεια, έχει; Ο δικός μας μικρόκοσμος, πάντως, όχι και τόσο. Από το 1981, στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) η χώρα μας έλαβε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ενωση για τους αγρότες. Επενδύθηκαν βάσει στρατηγικής; Αλλαξε το παραγωγικό μοντέλο με το βλέμμα στο μέλλον; Υιοθετήθηκαν βιώσιμες γεωργικές πρακτικές για την προσαρμογή στις νέες, δραματικές συνθήκες της κλιματικής κρίσης; Ή απλώς ωφελήθηκαν, διαχρονικά, κάποιες κομματικές κάστες, για να κυκλοφορούν με Πόρσε και Φεράρι στα χωριά και να κάνουν το γούστο τους στα μπουζουκομάγαζα της επαρχίας; Η εικόνα του «Φραπέ», να γυρίζει αυτάρεσκα το μουστάκι του, είναι πειστήριο της ήττας μας ως χώρας: δεν καταφέραμε να μετατρέψουμε τον αγροτικό τομέα σε ισχυρό πυλώνα της οικονομίας μας, προστατεύοντας παράλληλα τη γη μας και τις επόμενες γενιές.
Δεν αντέχονται όλα αυτά. Το βλέμμα μας αναζητάει ένα φωτεινό σημείο. Το βρήκα σε μια φωτογραφία από το Καταφύγιο Αδέσποτων Ζώων Σύρου: μια καθαρή κουβέρτα αφημένη στην περίφραξη από κάποιον κάτοικο του νησιού. Θα ζεστάνει ένα από τα σκυλάκια που φιλοξενούνται εκεί. Αυτές τις μέρες, τα αδέσποτα στα καταφύγια της περιοχής μας περιμένουν τροφή, μερικές λιχουδιές ή λίγα παιχνίδια, ό,τι μπορεί καθένας μας να τους δώσει – αν όχι ένα σπίτι και μια οικογένεια.
Από τη μια η Ελλάδα της ρεμούλας, του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», της διαπλοκής· κι από την άλλη η Ελλάδα της ευαισθησίας, της ενσυναίσθησης, της έγνοιας για ανθρώπους και ζώα. Μακάρι το 2026 να έρθουμε πιο κοντά στη δεύτερη. Γιατί πέρα από τη χαρά που μας δίνει, η προσφορά είναι απόδειξη ότι δεν έχουμε πετρώσει εντός μας. Είναι φως μέσα στο σκοτάδι που μας περιτριγυρίζει.

