Οπως γράφει ο Ανταίος Χρυσοστομίδης στις «Κεραίες της εποχής μου» (εκδ. Καστανιώτης), «η ιδέα να προσεγγίσουμε τον Τζον Λε Καρέ ήταν της Μικέλας (Χαρτουλάρη). Οι ελπίδες ήταν ελάχιστες, στον δημοσιογραφικό κόσμο ήταν γνωστό ότι ο Λε Καρέ έδινε σπανίως συνεντεύξεις, αλλά δεν χάναμε τίποτα να δοκιμάσουμε».
Γίνεται η προσπάθεια. Σιωπή επί τρεις μήνες. Ο Χρυσοστομίδης θαυμάζει τον Λε Καρέ απεριόριστα, στιγματίζοντας τους «προοδευτικούς» Ελληνες διανοουμένους παλαιότερων εποχών οι οποίοι θεωρούσαν τα κατασκοπευτικά μυθιστορήματα παραλογοτεχνία ή υπο-προϊόντα του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Οταν το 1965 παρακολούθησε την ταινία «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» του Μάρτιν Ριτ («αριστερός κι αυτός, αλλά δεν νομίζω να το είχαν προσέξει, το 1965, οι αριστεροί Ελληνες κριτικοί των οποίων, ως έφηβος, τα κείμενα ρουφούσα») θα ανακαλύψει άναυδος ότι «εδώ δεν υπήρχαν “καλοί” και “κακοί”, “θετικοί” και “αρνητικοί” ήρωες, εδώ όλοι ήταν θύματα μιας κατάστασης την οποία είχαν δημιουργήσει από κοινού τόσο οι “προοδευτικές” όσο και οι “αντιδραστικές” δυνάμεις».
Φυσικά, η ταινία ήταν μεταφορά μυθιστορήματος του Λε Καρέ, Αγγλου συγγραφέα που είχε και ο ίδιος στα νιάτα του θητεία στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες (ένας από τους φίλους του ήταν ο περίφημος Κιμ Φίλμπι, που ήταν –διπλός– πράκτορας των Σοβιετικών), ενώ αργότερα συμμετείχε σε κινητοποιήσεις κατά του πολέμου στο Ιράκ, των κυβερνήσεων Μπους και Μπλερ. Ο Χρυσοστομίδης είχε, δικαίως, απογοητευθεί με τη σιωπή του.
Ωσπου μια μέρα του απάντησε μέσω μέιλ ο Λε Καρέ, γράφοντάς του με το αληθινό του όνομα: Ντέιβιντ Κόρνγουελ. Οχι μόνο δεχόταν να δώσει συνέντευξη, αλλά «αν θα του κάνουμε την τιμή να γευματίσουμε μαζί του και με τη γυναίκα του στις 25 Ιανουαρίου (2007). Κι όταν απαντώ ότι η τιμή είναι όλη δική μας, μου ξαναγράφει ρωτώντας με αν προτιμάμε κρέας ή ψάρι».
Θυμίζουμε ότι ο Χρυσοστομίδης μαζί με τη Χαρτουλάρη θα προσεγγίσουν τον Λε Καρέ για τις ανάγκες της σειράς τηλεοπτικών συνεντεύξεων με μεγάλους ξένους συγγραφείς «Οι κεραίες της εποχής μας» (ΕΡΤ). Ο γράφων θυμάται ακόμη εκείνη την εκπομπή, με τον Λε Καρέ να ξετυλίγει τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του με φόντο το άγριο, γνήσια βρετανικό, παραθαλάσσιο τοπίο της Κορνουάλης. Ηταν απλώς εξαιρετική εκπομπή, όπως και όλη εκείνη η σειρά.
«Θα αποδειχθεί», γράφει ο Χρυσοστομίδης, «ότι αυτή είναι μόλις η τρίτη τηλεοπτική συνέντευξη που δίνει στη ζωή του (ο Λε Καρέ). Θα μας το εκμυστηρευθεί ο ίδιος την ώρα του φαγητού. Μία στο BBC, μία στους Ιάπωνες (“δεν μπορούσα, ξέρετε, να κάνω αλλιώς, πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων μου”) και μία σε εμάς. Το γιατί, το έμαθα αργότερα, κατά τη διάρκεια του γεύματος.
Για όσους θέλουν να μάθουν αυτό «το γιατί», ας παρακολουθήσουν τη συνέχεια αυτών των σημειωμάτων, από αύριο και μετά.

