Ολα ξεκίνησαν με μία προειδοποίηση. Τον Δεκέμβριο του 1823, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέιμς Μονρόε διακήρυξε ότι η αμερικανική ήπειρος «δεν πρέπει πλέον να θεωρείται πεδίο αποικισμού από ευρωπαϊκές δυνάμεις». Στους δύο αιώνες που ακολούθησαν, Αμερικανοί πρόεδροι διατύπωσαν δόγματα που επεδίωκαν να ορίσουν τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο. Κάποια υπήρξαν προσεκτικά διαμορφωμένες στρατηγικές· άλλα, αντανακλαστικές απαντήσεις σε κρίσεις. Ολα όμως φανερώνουν μια σταθερή αγωνία: πώς συνδυάζεται η αμερικανική ισχύς με τις αμερικανικές αρχές; Και πώς ισορροπεί μια χώρα του μεγέθους και της εμβέλειας των ΗΠΑ ανάμεσα στην οικουμενική φιλοδοξία και στο εθνικό συμφέρον;
Το Δόγμα Μονρόε ήταν λιγότερο πρόσκληση για παγκόσμια ηγεσία και περισσότερο ένα γεωπολιτικό όριο: «Εμείς εδώ, εσείς εκεί». Η ουσία ήταν σαφής: Η Ευρώπη θα έμενε εκτός του δυτικού ημισφαιρίου και οι ΗΠΑ εκτός των ευρωπαϊκών υποθέσεων. Τη δεκαετία του 1840, ο Τζέιμς Κ. Πολκ, εμφορούμενος από το «Manifest Destiny», ηγήθηκε της προσπάθειας εδαφικής επέκτασης των ΗΠΑ προς δυσμάς. Αν ο Μονρόε χάραξε τα ψυχολογικά σύνορα επιρροής, ο Πολκ όρισε τα υλικά. Με την είσοδο στον 20ό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν πλέον μια αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη, αλλά μια χώρα με ορίζοντα παγκόσμιας επιρροής. Η μετάβαση αυτή θεσμοθετήθηκε το 1904 με το «Παράρτημα Ρούζβελτ». Ο Θίοντορ Ρούζβελτ ουσιαστικά επανερμήνευσε τον Μονρόε, διεκδικώντας το δικαίωμα των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν σε κράτη της Λατινικής Αμερικής για να προλάβουν την εμπλοκή ευρωπαϊκών δυνάμεων. Το διάσημο «speak softly and carry a big stick» («μίλα γλυκά και κράτα μεγάλο ραβδί») συνόψιζε μια νέα πραγματικότητα: από την παθητική άμυνα, οι ΗΠΑ πέρασαν στην ενεργητική διαχείριση της περιφέρειας.
Λίγο αργότερα, ο Γούντροου Ουίλσον κινήθηκε προς άλλη κατεύθυνση. Στη συγκυρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οραματίστηκε μια διεθνή τάξη συλλογικής ασφάλειας, δημοκρατικών αξιών και εθνικής αυτοδιάθεσης. Το 1919 πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, του πρώτου διεθνούς οργανισμού με αποστολή τη διατήρηση της ειρήνης σε παγκόσμια κλίμακα. Το σχέδιό του απέτυχε στο εσωτερικό της πατρίδας του, καθώς το Κογκρέσο δεν ενέκρινε τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην Κοινωνία των Εθνών. Οι Αμερικανοί επέστρεψαν στον απομονωτισμό, αλλά μόνο για λίγο, αφού ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε ριζικά τα δεδομένα. Ο «ουιλσονισμός» επανεμφανίστηκε ενισχυμένος. Οχι τυχαία, ένας άλλος Αμερικανός πρόεδρος, ο Φράνκλιν Ρούζβελτ, έγινε ο σημαιοφόρος της δημιουργίας του ΟΗΕ ως διαδόχου της Κοινωνίας των Εθνών.
Στο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου, η ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγέτιδα χώρα του δυτικού κόσμου συνεπαγόταν την ανάληψη ευρύτερων διεθνών δεσμεύσεων από την πλευρά της Ουάσιγκτον. Τον Μάρτιο του 1947, εν μέσω της εξέλιξης του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, ο Χάρι Τρούμαν ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα στήριζαν κάθε ελεύθερο λαό που αγωνιζόταν ενάντια στην επιβουλή των δυνάμεων της καταπίεσης – οι λέξεις «κομμουνισμός» και «Σοβιετική Ενωση» δεν αναφέρθηκαν, αλλά ήταν φανερό ότι αυτό ήταν το πραγματικό νόημα της προεδρικής εξαγγελίας. Το Δόγμα Τρούμαν σηματοδότησε το τέλος του αμερικανικού απομονωτισμού. Το Σχέδιο Μάρσαλ, το ΝΑΤΟ και ολόκληρη η αρχιτεκτονική της δυτικής ασφάλειας οικοδομήθηκαν πάνω σε αυτήν τη νέα αποστολή: την ανάσχεση της Σοβιετικής Ενωσης.
Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας πρόεδρος αντιμετώπισε τις συμμαχίες ως βαρίδια, το διεθνές δίκαιο ως εμπόδιο και το εμπόριο ως πεδίο σύγκρουσης.
Οι διάδοχοι του Τρούμαν προσαρμόστηκαν στον ίδιο στόχο. Ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ τοποθέτησε στο επίκεντρο του αμερικανικού ενδιαφέροντος τη Μέση Ανατολή, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο που συνεπαγόταν η σοβιετική διείσδυση εκεί. Ο Τζον Κένεντι επένδυσε την αντιπαράθεση με ηθικούς και αναπτυξιακούς όρους, ενώ ο Νίξον στράφηκε προς τον ρεαλισμό της «ύφεσης» (détente). Ο Τζίμι Κάρτερ, το 1980, όρισε τον Περσικό Κόλπο ως ζωτικό συμφέρον των ΗΠΑ, δρομολογώντας μια στρατηγική παρουσία που συνεχίζεται έως σήμερα. Και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ενίσχυσε αντικομμουνιστικά κινήματα σε όλο τον κόσμο.
Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Μπιλ Κλίντον προσπάθησε να μεταφράσει την αμερικανική ισχύ σε ένα νέο αφήγημα: την επέκταση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, οι επεμβάσεις στα Βαλκάνια και η προώθηση της παγκοσμιοποίησης δεν ήταν απλώς πολιτικές επιλογές – ήταν μια απόπειρα να οργανωθεί ο κόσμος σύμφωνα με τις αξίες της αμερικανικής δημοκρατίας. Αυτό το όραμα κατέρρευσε το 2001 με τους Δίδυμους Πύργους. Το Δόγμα Μπους νομιμοποίησε την προληπτική δράση, ακόμη και την προληπτική επίθεση, απέναντι στην τρομοκρατία και σε «άξονες του κακού». Ωστόσο, οι πόλεμοι σε Αφγανιστάν και Ιράκ αποκάλυψαν τα όρια της αμερικανικής μονομέρειας. Ο Μπαράκ Ομπάμα προσπάθησε να επαναφέρει την πολυμερή ισορροπία, μείωσε την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή και επιδίωξε τη «στροφή προς την Ασία».
Και τότε ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ με το «America First». Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας Αμερικανός πρόεδρος αντιμετώπισε τις συμμαχίες ως βαρίδια, το διεθνές δίκαιο ως εμπόδιο και το εμπόριο ως πεδίο σύγκρουσης. Η εξωτερική πολιτική έγινε συναλλαγή, όχι στρατηγική: μια εξίσωση στην οποία η αξία των εταίρων μετριέται σε δισεκατομμύρια δολάρια και όχι σε γεωπολιτική σταθερότητα. Με τη στροφή στον απομονωτισμό και στον οικονομικό εθνικισμό, ο Τραμπ αναβίωσε –άθελά του– το φάντασμα του Μονρόε. Με την καχυποψία απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς και την έμφαση στην εθνική κυριαρχία, η εξωτερική πολιτική του θύμιζε τις ΗΠΑ πριν από το 1941. Μόνο που ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν είναι ο κόσμος του 19ου. Και ένα «Δόγμα Μονρόε» για την εποχή της ανόδου της Κίνας, της τεχνητής νοημοσύνης και της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης μοιάζει λιγότερο με στρατηγική και περισσότερο με διπλωματικό αταβισμό.
*Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

