Το «εύφορο» στίγμα και η έλξη του τραμπισμού

3' 17" χρόνος ανάγνωσης

Ο Τραμπ σπανίως λέει κάτι που δεν έχει πρώτα ακούσει ο ίδιος. Και η πρόσφατη δήλωσή του ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι «αδύναμοι» πατάει πάνω σε μια διάχυτη εντύπωση: ότι η Ευρώπη στερείται ηγετών «με πυγμή». Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη; Συχνά δεν είναι παρά μια ρομαντική προβολή σε πολιτικούς παλαιότερων εποχών, στους οποίους αποδίδουμε εκ των υστέρων –και ίσως υπερβολικά– διορατικότητα και αποφασιστικότητα. Η συζήτηση για το ποιος είναι ικανός και ποιος όχι είναι πάντοτε δύσκολη, αφού τα κριτήρια σπανίως είναι σαφή και αντικειμενικά. Σαφές είναι, πάντως, εκείνο που υπαινίσσεται ο Τραμπ: ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ηγέτες σαν και αυτόν. Και αυτό είναι ίσως το πραγματικό, επείγον ερώτημα: Υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη χώρος για ηγέτες τύπου Τραμπ – με το στυλ, την απουσία φίλτρων και τις αυταρχικές παρορμήσεις που τους συνοδεύουν;

Οι πολιτικοί που «τα λένε όπως είναι» έχουν απήχηση, ακριβώς επειδή η ωμότητά τους εκλαμβάνεται ως έντιμη απλότητα. Η ίδια όμως αυτή απουσία φίλτρων συνδέεται –όπως φαίνεται σε όλες τις έρευνες που έχουν γίνει σχετικά– με αυταρχικότερες στάσεις: όσοι προτιμούν «ισχυρούς ηγέτες» αδιαφορούν πιο εύκολα για την ύπαρξη θεσμικών αντίβαρων, ελέγχου και αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο λαϊκισμός αυτός καθαυτόν· είναι η τάση να συρρικνώνεται ο χώρος της πολιτικής ελευθερίας όταν ο λαϊκισμός συνδυάζεται με προσωποπαγή άσκηση εξουσίας.

Απειλείται η Ευρώπη από ένα τέτοιο μοντέλο; Η απάντηση δεν είναι απλή. Υπάρχουν χώρες –Ουγγαρία, Σερβία– όπου η μετατόπιση προς ένα πιο συγκεντρωτικό, λιγότερο πλουραλιστικό πρότυπο εξουσίας είναι ήδη πραγματικότητα. Από την άλλη, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εξακολουθεί να εκφράζει τη μεγαλύτερη προσκόλληση στη δημοκρατία παγκοσμίως. Η προτίμηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι γραμμένη σε πέτρα. Και οι λόγοι ανησυχίας είναι συγκεκριμένοι.

Οι τραμπικοί ηγέτες τρέφονται από ένα κλίμα που θα αποκαλούσα κόπωση από το πολιτικό στίγμα. Είναι η αίσθηση πως ο δημόσιος διάλογος λειτουργεί με μια σειρά «απαγορευμένων» θέσεων – όχι επειδή είναι πράγματι επικίνδυνες, αλλά επειδή έχουν ταξινομηθεί έτσι από ένα εδραιωμένο κανονιστικό πλαίσιο που τις απορρίπτει εκ των προτέρων. Προσοχή: Εδώ το ζήτημα δεν είναι ο στιγματισμός αυτός καθαυτόν, αλλά η άκριτη και υπερβολική χρήση του. Στην Ιταλία, για παράδειγμα, έχει ανοίξει συζήτηση για το πόσο χρήσιμο είναι για την αντιπολίτευση να χαρακτηρίζει «φασιστικές» ακόμη και πολιτικές που αφορούν την οικονομία. Οταν τα πάντα στιγματίζονται με τον ίδιο τρόπο, δημιουργείται σε ένα τμήμα των πολιτών η εντύπωση ότι η δημόσια σφαίρα λειτουργεί με κανόνες που περιορίζουν τη νόμιμη πολιτική διαφωνία. Αυτό ακριβώς το συναίσθημα αξιοποιούν οι τραμπικοί ηγέτες: παρουσιάζονται ως αυτοί που έρχονται για να «σπάσουν τη σιωπή», να «πουν τα ανείπωτα», να δώσουν φωνή σε όσους αισθάνονται αποκλεισμένοι από το κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο.

Η δεύτερη πηγή ανησυχίας είναι η ίδια η εκλογική δυναμική των αντισυστημικών σχηματισμών. Πολιτικοί με σοβαρά βιογραφικά τείνουν να προτιμούν τα θεσμικά κόμματα, ακριβώς γιατί θεωρούν πως μέσω αυτών έχουν περισσότερες πιθανότητες να διακριθούν. Οταν όμως τα λαϊκιστικά κόμματα αποκτούν απήχηση, αυτή η αξιολόγηση αλλάζει: περισσότερο ικανά στελέχη μετακινούνται προς αυτά, ενισχύοντας περαιτέρω την εκλογική τους δυναμική. Οπως δείχνει και ο Βισέντε Βαλεντίμ στο βιβλίο του για την κανονικοποίηση της άκρας Δεξιάς, το ιστορικό πλεονέκτημα ανθρώπινου κεφαλαίου των θεσμικών κομμάτων μπορεί να χαθεί μέσα σε λίγους εκλογικούς κύκλους. Με άλλα λόγια: ο τραμπισμός παράγει έλξη – και αυτή η έλξη είναι μέρος της ισχύος του.

Παρά ταύτα, η Ευρώπη διαθέτει και κάτι που συχνά ξεχνάμε: θεσμικά φρένα, που δεν υπάρχουν στις ΗΠΑ. Η αναλογική εκπροσώπηση, η ανάγκη κυβερνητικών συνασπισμών, η κομματική πειθαρχία και η συνεχής διαπραγμάτευση με ευρωπαϊκούς θεσμούς παράγουν ένα πολιτικό περιβάλλον όπου ο καθαρός τραμπισμός δυσκολεύεται να επιβιώσει. Δεν τον ακυρώνουν, αλλά τον καθιστούν πιο απαιτητικό, πιο δαπανηρό και άρα λιγότερο πιθανό.

Και έτσι, για να παραφράσουμε τον Μαρξ: Οι τραμπικοί φτιάχνουν τη δική τους πολιτική ιστορία, αλλά μέσα σε δομές και θεσμούς που δεν έχουν επιλέξει οι ίδιοι. Το αν αυτές οι δομές θα αντέξουν είναι ίσως το πραγματικό ερώτημα της ευρωπαϊκής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.

*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT