Κομμένοι δρόμοι

2' 48" χρόνος ανάγνωσης

Λυπάμαι που αναγκάζομαι να το επικαλεστώ, είμαι υπερήφανος που το λέω, οι πρόγονοί μου ήταν όλοι τους αγρότες και κτηνοτρόφοι, ευθείς άνθρωποι, λιγομίλητοι, εργατικοί, αγωνιστές και επιδέξιοι, όλοι τους είχαν δουλέψει σκληρά για να κερδίσουν από το βουνό μια σπιθαμή γη για να τη σπείρουν. Είχαν κερδίσει τον τόπο τους με την υπογραφή του Θεού από πολύ παλιά, πριν ακόμα ακόμα γίνει η ύπαιθρος επαρχία. Hταν άνθρωποι της γης, είχαν γίνει ένα μαζί της, τόσο πολύ που την πονούσαν και τη χαίρονταν σαν κομμάτι του εαυτού τους. Το χωριό ήταν σπίτι μας. Η κοινότητα.

Σκέφτομαι τα γεγονότα και με μια οικειότητα οικογενειακής τάξεως – υψηλού φρονήματος θέλω να πιστεύω. Η φωνή αυτών των ανθρώπων σήμερα, αν δεν είναι ακριβώς η δική μας φωνή, είναι όμως τα μάτια μας, τα αυτιά μας, η ζωή μας, όλων εν τέλει, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας και το αντικείμενο εργασίας. Η ύπαιθρος τελειώνει, γίνεται άγρια επαρχία, οι κάτοικοι στα χωριά μας μετριούνται καθημερινά και βρίσκονται λιγότεροι, τα σχολεία είναι κλειστά, να προσθέσουμε και την αίσθηση περιφρόνησης απέναντι σε όλα αυτά τα προβλήματα και σε αυτό που ακούμε συνέχεια να ονομάζεται πρωτογενής τομέας(!) –τρομάρα μας– πρωτογενής δηλαδή θα πει να μπορούμε να παράγουμε, να έχουμε αυτάρκεια, να είναι ικανοποιημένοι οι άνθρωποι. Να θέλουν να μείνουν στον τόπο τους.

Αυτοί που σήμερα φράζουν τους δρόμους, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι μελισσοκόμοι, μαθαίνω τώρα και οι αλιείς, είναι άνθρωποι που επί χρόνια τώρα βλέπουν να κόβονται, να εμποδίζονται οι δικοί τους οι δρόμοι.

Αυτοί που σήμερα φράζουν τους δρόμους, οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι μελισσοκόμοι, μαθαίνω τώρα και οι αλιείς, είναι άνθρωποι που επί χρόνια τώρα βλέπουν να κόβονται, να εμποδίζονται οι δικοί τους οι δρόμοι.

Θέλω να πω, πως αυτή την απογοήτευση, τη θλίψη, την οργή, την εγκατάλειψη, την απελπισία τη θυμάμαι, τη γνωρίζω πολύ καλά, από την πρώτη φορά που πέρασα τον Ισθμό προς τα πάνω, προς την πρωτεύουσα, όπως και πάρα πολλοί άλλοι άνθρωποι της γενιάς μου. Η διαφορά είναι ότι θέλαμε να πιστέψουμε πως έχουμε απομακρυνθεί, πως φεύγαμε από έναν κόσμο κλειστό, περίκλειστο και ξανοιγόμασταν στα βαθιά, ερχόμασταν στα φωτεινά, πως αρκούσε μόνο να βγούμε στον δρόμο για να περάσουμε απέναντι, πως οι δρόμοι ήταν ανοιχτοί. Πρωτίστως είναι ανάγκη να το πιστεύουν σήμερα αυτό και οι νέοι άνθρωποι, πως οι δρόμοι δηλαδή παραμένουν ανοιχτοί, όχι βέβαια από τους αγρότες, αλλά για τους αγρότες. Oπως όμως μας αποκαλύπτεται, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα, υπάρχει έλλειψη αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης από παντού και όχι άδικα, υπάρχει έλλειψη βασικών αγαθών, όπως η ασφάλεια, όπως η υγεία, η συγκοινωνία, με συνέπεια να διαλυόμαστε και κοινωνικά, από πού λοιπόν να αναζητήσεις αλληλεγγύη, αλληλοϋποστήριξη, πώς να θελήσουν οι άνθρωποι να ζήσουν εκεί που γεννήθηκαν, να δουλέψουν ξανά μαζί, να εμπιστευτούν ο ένας τον άλλον, όταν η ίδια η πολιτεία, το κράτος τούς δείχνει το ακριβώς αντίθετο.

Είναι αλήθεια πως οι δικοί μου άνθρωποι δεν μου επιτρέπουν να ξεχάσω από ποιους δρόμους έφταναν στην πρωτεύουσα, οι κεντρικοί δρόμοι ήταν για αυτούς πάντα η Κακιά Σκάλα. Νομίζω πως έχει φτάσει ο καιρός να ανοίξουν οι δρόμοι, να ελευθερωθούν και προς τις δυο κατευθύνσεις. Να φεύγουν και να επιστρέφουν οι άνθρωποι κατά το κέφι τους, κατά το συμφέρον τους και προς τα… πάνου και προς τα κάτου. Κι ας επιμένουμε κάποιοι από εμάς να ταξιδεύουμε από τους δρόμους τους παλιούς, έχουμε τους λόγους μας.

*Ο κ. Θοδωρής Γκόνης είναι συγγραφέας, ποιητής και σκηνοθέτης.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT