Η εικόνα των Κώστα Καραμανλή, Ευάγγελου Βενιζέλου και Αντώνη Σαμαρά να συνυπάρχουν σε εκδήλωση περί θεσμών θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως συμβολή στη συλλογική δημοκρατική αυτογνωσία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η χώρα έγινε Σουηδία. Ομως το πραγματικό σκηνικό υπήρξε μάλλον αποκαλυπτικό, καθώς οι οικοδεσπότες και μεγάλο μέρος του ακροατηρίου είχαν περάσει χρόνια ολόκληρα χτίζοντας την πολιτική και μιντιακή τους ταυτότητα μέσω ύβρεων και συκοφαντιών κατά Βενιζέλου και Σαμαρά. Σε αυτήν τη «θεσμική» σύναξη οι οργανωτές, αν και ένιωσαν την ανάγκη να απολογηθούν, κέρδισαν, καθώς εισέπραξαν αβρότητες και ευχές. Το μήνυμα που έμεινε ήταν ένα περίεργο κράμα κυνισμού και υποκρισίας. Ο κ. Καραμανλής, ως προνομιακός συνομιλητής του συγκεκριμένου κύκλου, κινήθηκε σε απολύτως φιλικό περιβάλλον. Για εκείνον η εκδήλωση λειτούργησε σαν προστατευτικός μανδύας, αφού δεν τέθηκε ζήτημα θεσμικών ελλειμμάτων της δικής του περιόδου, ούτε ακούστηκε ψίθυρος για τη βαρύτατη παρακαταθήκη αδράνειας και καταστροφής που άφησε πίσω της. Η οικειότητα της αίθουσας έκανε ακόμη πιο εμφανή την παλιά του σχέση με όσους κάποτε εγκαλούσαν με κάθε ευκαιρία τους πολιτικούς αντιπάλους του.
Θλιβερή και απογοητευτική για τους φίλους τους ήταν η θέση στην οποία βρέθηκαν Βενιζέλος και Σαμαράς. Σε μια συζήτηση για τη θεσμική ποιότητα μπροστά σε ανθρώπους που όχι μόνο αμφισβήτησαν ευθέως τη δική τους πολιτική και ηθική αξιοπιστία, αλλά προσπάθησαν να τους κλείσουν φυλακή με μια σκευωρία. Η ενόχληση δεν εκφράστηκε φανερά, όμως αιωρείται ακόμη στην ατμόσφαιρα με την απορία εχθρών τε και συνοδοιπόρων των δύο πολιτικών. Πώς μπορείς να συζητάς για την ανάγκη εμπιστοσύνης στους θεσμούς όταν όσοι σε ακούν υπήρξαν οι ίδιοι πρωταγωνιστές στην υπονόμευση αυτής της εμπιστοσύνης μέσα από χυδαίες υπερβολές και κατασκευές αισχίστου είδους; Ο κ. Βενιζέλος με τη ρητορική του δεινότητα προσπάθησε να μετατρέψει το παρελθόν σε θεωρητικό υλικό, αλλά η αντίφαση ήταν κραυγαλέα, καθώς οι ίδιοι που τον κατηγορούσαν ως «αρχιτέκτονα της θεσμικής εκτροπής», τώρα χειροκροτούσαν τις αναλύσεις του περί συνταγματικού πολιτισμού χωρίς ίχνος ντροπής. Η ανοχή του σε αυτό το παράδοξο όχι μόνον δεν έγινε κατανοητή από κανέναν εκ των διαχρονικών φίλων του, αλλά τους προκάλεσε μέγιστη απογοήτευση, σε ορισμένους δε και οργή.
Ο κ. Σαμαράς, εξίσου εκτεθειμένος, επέλεξε να μην αναμετρηθεί με το γεγονός ότι πολλοί από τους παρευρισκομένους ήταν οι ίδιοι που τον είχαν στοχοποιήσει, συχνά ξεπερνώντας τα όρια της χυδαιότητας. Η παρουσία του χωρίς καμία αναφορά στη γνωστή του δήλωση «…δεν περιμένω τη συγγνώμη σας, θα σας πάω μέχρι τέλους…» για τη σκευωρία της Novartis τον εξέθεσε και πίκρανε όσους τον στήριξαν στα δύσκολα. Αυτή η εκδήλωση, που σχεδιάστηκε τάχα ως φόρουμ θεσμικής ενότητας, κατέληξε να αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και στην πραγματικότητα. Κυρίως όμως λειτούργησε ως πλυντήριο ενός συστήματος που έκανε πως δεν βλέπει όταν έφτασε η χώρα στον γκρεμό και, παρότι ηττήθηκε, προσπαθεί να πάρει τη ρεβάνς από τους νικητές. Ενδεχομένως για τους νικητές –που υπέστησαν του Χριστού τα πάθη για να σώσουν τη χώρα– να λειτουργεί ως… καύσιμο σε αυτή την πορεία ο φθόνος και η ζήλια για τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν μπορούν να του συγχωρέσουν ότι πορεύεται χωρίς αυτούς –και αυτό ανθρωπίνως είναι κατανοητό–, μια και επενδύουν σε φρούδες ελπίδες μιας κάποιας επιστροφής ή έστω μιας καταστροφής του άλλου.

