Χωρίς να στερείται ιστορικών προηγουμένων, το «ReBrain Greece» αποτελεί μια στρατηγική προσπάθεια να περιοριστεί η φυγή ταλαντούχων Ελλήνων που αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό. Η εκστρατεία για τον επαναπατρισμό φτάνει πλέον στην Αμερική –την πέμπτη στάση μετά το Αμστερνταμ, το Ντίσελντορφ, το Λονδίνο και τη Στουτγάρδη– μεταφέροντας το μήνυμά της στη μεγαλύτερη και πιο επιδραστική κοινότητα της ελληνικής διασποράς.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης, περίπου 281 εκατ. άνθρωποι ζουν εκτός της χώρας γέννησής τους, αριθμός που αντιστοιχεί στο 3,6% του παγκόσμιου πληθυσμού. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια τουλάχιστον, η Ελλάδα ζει υπό το βάρος της δικής της συμβολής σε αυτό το ποσοστό. Το «brain drain» έγινε ένα από τα κεντρικά μοτίβα της ελληνικής οικονομικής κρίσης: σύμβολο του χαμένου δυναμικού και της αναβληθείσας εθνικής προόδου. Η δημογραφική και οικονομική πορεία της Ελλάδας εξαρτάται πλέον από την αναστροφή αυτής της οδυνηρής κληρονομιάς μαζικής μετανάστευσης των νέων και μορφωμένων πολιτών της. Μεταξύ 2010 και 2022, περισσότεροι από ένα εκατ. Ελληνες σε παραγωγική ηλικία εγκατέλειψαν τη χώρα, εκ των οποίων σχεδόν το 60% ήταν μεταξύ 25 και 44 ετών. Αυτό αποδυνάμωσε το πνευματικό κεφάλαιο που η Ελλάδα είχε τόσο ανάγκη στα πιο δύσκολα χρόνια της.
Ομως το κλίμα αλλάζει. Το 2023, 47.200 Ελληνες επέστρεψαν, ενώ έφυγαν 32.800 – το πρώτο θετικό ισοζύγιο από το 2008. Η ιδέα του «brain regain» έχει εξελιχθεί σε μετρήσιμη πραγματικότητα. Εχει ήδη φέρει πίσω περισσότερους από 422.000 Ελληνες από το εξωτερικό και πλέον αποτελεί μια εθνική προσπάθεια που ξεπερνά πολιτικές, ταυτότητες και γενιές. Παράλληλα με μια ευρύτερη πολιτιστική και οικονομική αναπροσαρμογή, η Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα φάση όπου ο επαναπατρισμός γίνεται όλο και πιο εφικτός.
Το ξέρω, γιατί είμαι μία από αυτούς. Οι Ελληνοαμερικανοί καταλαβαίνουν τι σημαίνει να είσαι πολυκέφαλος – ένα πλάσμα με δύο κεφάλια, που φέρει μέσα του δύο πολιτισμούς, ισορροπώντας τον αμερικανικό πραγματισμό με την ελληνική ευαισθησία. Η δική μου ιστορία είναι ακόμα πιο πολυεπίπεδη, καθώς είμαι παιδί της Βορείου Ηπείρου. Η δεκαετία του 1990 υπήρξε σκληρή για την κοινότητά μου. Ο πόνος του εκτοπισμού σημάδεψε τη ζωή των γονιών μου στην Αμερική. Εχτισαν σπίτια και καριέρες, μόρφωσαν τα παιδιά τους και κράτησαν την Ελλάδα όχι μόνο ως πατρίδα, αλλά και ως αποστολή. Κι όμως, πέθαναν πιστεύοντας ότι δεν δικαιούνταν την ελληνική υπηκοότητα. Οταν τελικά απέκτησα τη δική μου, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από την εκπλήρωση μιας εφηβικής φιλοδοξίας. Ηταν ένας φόρος τιμής στους γονείς μου, μια παρακαταθήκη για τα τέσσερα παιδιά μου και μια προσωπική δέσμευση ότι δεν θα προδώσω ποτέ τις αξίες μου.
Σήμερα εργάζομαι στο College Year in Athens (CYA), ένα ίδρυμα που για περισσότερες από έξι δεκαετίες φέρνει σε επαφή Αμερικανούς φοιτητές με την Ελλάδα, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην πνευματική ζωή της χώρας. Στο πλαίσιο της εργασίας μου, λειτουργώ ως γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και τον κόσμο: συνδέω την ακαδημαϊκή έρευνα με τη βιωματική εμπειρία, τοποθετώντας τη χώρα μας στο επίκεντρο των παγκόσμιων συζητήσεων. Η δική μου επιστροφή είναι προσωπική υπόθεση, αλλά αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση που είναι σημαντική για το μέλλον της Ελλάδας. Πολλοί από τους Ελληνες της διασποράς –μορφωμένοι, με διεθνή εμπειρία και επαγγελματικά ευέλικτοι– αναζητούν έναν λόγο για να επιστρέψουν. Θέλουν να πιστέψουν ότι η Ελλάδα μπορεί να τους προσφέρει ευκαιρίες. Θέλουν την εξασφάλιση ότι οι δεξιότητές τους θα αναγνωριστούν και θα αξιοποιηθούν. Και αυτές οι δεξιότητες είναι σημαντικές, διαμορφωμένες σε περιβάλλοντα όπου η επίλυση των προβλημάτων έχει προτεραιότητα έναντι της αδράνειας που τα αφήνει να διαιωνίζονται.
Τα οικονομικά κίνητρα δεν επαρκούν. Πολλοί από τους Ελληνες της διασποράς για να επιστρέψουν θέλουν την εξασφάλιση ότι οι δεξιότητές τους θα αναγνωριστούν και θα αξιοποιηθούν.
Αυτός ο συναισθηματικός και πνευματικός δεσμός είναι που μπορεί να επιταχύνει το «ReBrain Greece». Η επιτυχία απαιτεί κάτι περισσότερο από φορολογικά κίνητρα. Η βιωσιμότητα του «brain regain» προϋποθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική, διακυβερνητική συνέπεια και ισχυρή συνεργασία ανάμεσα στους δημόσιους οργανισμούς και τον ιδιωτικό τομέα. Οι έρευνες δείχνουν ότι τα οικονομικά κίνητρα από μόνα τους δεν επαρκούν. Αυτό που απαιτείται είναι μια ολιστική προσέγγιση που προάγει την εθνική ανανέωση για όλους τους Ελληνες.
Οι προκλήσεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι χαμηλοί μισθοί, η περιορισμένη κοινωνική κινητικότητα και τα ζητήματα οικονομικής ευχέρειας πιέζουν τους πολίτες. Πίσω από τη λάμψη του ελληνικού τουρισμού και τις επιτυχίες της Golden Visa κρύβεται μια γενιά υπερκαταρτισμένων, υποαπασχολούμενων νέων Ελλήνων που επιθυμούν τη σταθερότητα της μεσαίας τάξης. Ωστόσο, σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, έναν πλανήτη που πλήττεται από την κλιματική κρίση, σε μια εποχή όπου η δημοκρατία βρίσκεται υπό πίεση και η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει ανατροπές και κλυδωνισμούς, αυτή η συγκυρία μπορεί να ενώσει τους απανταχού Ελληνες –στην πατρίδα και στο εξωτερικό– γύρω από ένα νέο συλλογικό πνεύμα. Πέρα από τις οικονομικές προσδοκίες, πρόκειται για κοινωνική επιταγή. Μια εθνική βούληση με το βλέμμα στο μέλλον, που ενώνει την ανθρώπινη δημιουργικότητα με τη θεσμική ικανότητα του κράτους, και μπορεί να δημιουργήσει κοινές ευκαιρίες, αποτελεσματικούς θεσμούς και μια προσαρμοστική κοινωνία. Για όλους τους Ελληνες.
Στη δεκαετία του 1990 ο Γιώργος Λόης δημιούργησε μία από τις πιο επιτυχημένες καμπάνιες του ΕΟΤ: «Going Home to Greece». Αποτύπωσε μια παγκόσμια αλήθεια – την επιστροφή σε κάτι αρχέγονο και βαθιά προσωπικό. Το «ReBrain Greece» πρέπει να διαμορφώσει ένα αντίστοιχο μήνυμα για τον 21ο αιώνα, ειλικρινές και ταυτόχρονα φιλόδοξο. Το «ReBrain Greece» άνοιξε την πόρτα. Το στοίχημα τώρα είναι να διασφαλιστεί ότι αυτή η πόρτα οδηγεί σε πραγματικές ευκαιρίες για όλους.
Οσο για μένα, η δική μου πόρτα θα είναι ανοιχτή, με ένα επιπλέον πιάτο στο τραπέζι, με φρέσκο ψάρι από την Αθηνάς και με μια ζεστή αγκαλιά που θα λέει: Καλώς ήρθες σπίτι.
*Η κ. Eve Geroulis είναι Development Officer στο College Year in Athens.

