Μπορεί ένας διχασμός να ενώνει; Ναι, εφόσον μιλάμε για τον διχασμό σαν συγκολλητική ουσία της μιας από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις.
Γράφει ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο βιβλίο του «Εθνικός Διχασμός. Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα» (εκδ. Πατάκη): «Μετά τη δημιουργία της τον Σεπτέμβριο του 1961, που ακολουθήθηκε τον επόμενο μήνα από μια, μάλλον αναμενόμενη, εκλογική ήττα, η Ενωση Κέντρου είχε ένα υπαρξιακό πρόβλημα: ήταν μια χαλαρή συνομοσπονδία πολιτικών δυνάμεων, όχι ιδιαίτερα φιλικών μεταξύ τους· δεν διέθετε ένα συνολικό κυβερνητικό πρόγραμμα· και επειγόταν να καλλιεργήσει μια παραταξιακή ταυτότητα για να μην ξαναδιασπαστεί και για να περιχαρακωθεί απέναντι στην ΕΡΕ και την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Ετσι, αναζήτησε στην παλιά βενιζελογενή παραταξιακή της περηφάνια τα αναγκαία σημεία αναφοράς, χρησιμοποιώντας συνειδητά τα σύμβολα και τον λόγο του Εθνικού Διχασμού».
Για του λόγου το αληθές, ο συγγραφέας παραθέτει διάφορα παραδείγματα. Στεκόμαστε σε ένα: τη χρήση για την καταγγελία των εκλογών του 1961 της περίφημης φράσης «βία και νοθεία». Η ίδια αυτή φράση είχε χρησιμοποιηθεί «για το νόθο πολιτειακό δημοψήφισμα του 1935 μόλις είκοσι έξι χρόνια πριν, δηλαδή στη ζώσα τότε μνήμη, που μπορούσε επομένως να κινητοποιήσει τους πολίτες με ανάλογες εμπειρίες και προδιαθέσεις».
Ο Ευ. Χατζηβασιλείου τονίζει μάλιστα ότι μέσα από αυτές τις διεργασίες εκείνης της περιόδου εκ μέρους της Ενωσης Κέντρου «προέρχεται και ο αυτοπροσδιορισμός του πολιτικού αυτού χώρου ως “δημοκρατικής παράταξης”, ορολογία που επίσης ήταν επιβίωμα του Εθνικού Διχασμού και έκανε ευθεία αναφορά στις μεσοπολεμικές διαμάχες του Πολιτειακού, όταν συγκρούονταν “δημοκρατικοί» και «βασιλικοί». Και εδώ βέβαια διαφαίνεται η λαϊκή βάση των εντάσεων του Διχασμού».
Το –κομβικό έτος– 1965, με την κρίση του Ιουλίου και την πεντηκοστή επέτειο της ρήξης Κωνσταντίνου – Βενιζέλου το 1915, κατά τον Ευ. Χατζηβασιλείου, «έγινε μια συνειδητή προσπάθεια από την πλευρά του Γεωργίου Παπανδρέου και της Ενωσης Κέντρου να γίνουν ευθείες επικλήσεις στη μνήμη του Διχασμού: δύο βασιλείς με το ίδιο όνομα, Κωνσταντίνος· δύο “κακές Γερμανίδες βασίλισσες” (Σοφία και Φρειδερίκη)· επιστολές του Γ. Παπανδρέου που στέλνονταν διαρκώς στο πρότυπο της ανταλλαγής εγγράφων του 1915· το ερώτημα “ποιος κυβερνά, ο βασιλεύς ή ο λαός”, ίδιο ακριβώς με του 1915. Το 1965 ήταν ένα deja vu με λαϊκιστικούς όρους». Πάνω σε αυτή τη βάση, ο συγγραφέας μιλάει για «στενάχωρη σχέση» μεταξύ της Ενωσης Κέντρου και του βενιζελισμού».
Ωστόσο, ανάλογα στοιχεία διακρίνει ο συγγραφέας και στη στάση του Στέμματος και του βασιλιά Παύλου, κυρίως σε ό,τι αφορά τη σχέση που διακήρυττε ότι είχε με το σώμα των αξιωματικών.
Οσον αφορά τον Γεώργιο Παπανδρέου, πάντως, είχε ζήσει από πρώτο χέρι τον Εθνικό Διχασμό και είχε έναν υποστηρικτικό ρόλο στο δράμα της Δίκης των Εξ, αν και πήρε αποστάσεις και ήταν σαφώς κατά των εκτελέσεων. Αύριο, γυρίζοντας πίσω στον χρόνο, θα δούμε πώς προσεγγίζει την πολύκροτη δίκη του 1922 ο συγγραφέας.

